Τρίτη 13 Νοεμβρίου 2012

Η εκλογή Ομπάμα και η ελληνική κρίση


who, won, the, presidential, debate, the, reason, it, was, obama,

Η συντριπτική πλειονότητα κρατών και πολιτών ανά τον κόσμο υποδέχθηκε με ικανοποίηση την επανεκλογή του Μπαράκ Ομπάμα στην προεδρία των Ηνωμένων Πολιτειών. 

Μπορεί η προεκλογική αυλαία να έπεσε με τον τυφώνα «Σάντι», ωστόσο κατά τη διάρκεια της μακράς προεκλογικής περιόδου στις συζητήσεις και τις αντιπαραθέσεις των μονομάχων της αμερικανικής προεδρίας η διαχείριση της οικονομικής κρίσης στην ευρωζώνη είχε την τιμητική της. Στο πλαίσιο αυτό δεν έλειψαν αναφορές και μάλιστα διόλου κολακευτικές για την Ελλάδα από τον υποψήφιο των Ρεπουμπλικάνων Μιτ Ρόμνεϊ. «Δεν θα γίνουμε Ελλάδα» προειδοποιούσε, οπότε είναι λογικό ότι τυχόν εκλογή του θα σήμανε αλλαγή πλεύσης τόσο της Ουάσιγκτον όσο κυρίως του ΔΝΤ αναφορικά με την επίλυση του ελληνικού ζητήματος. Πόσο τελικά μπορεί να επηρεάσει η επανεκλογή του Μπαράκ Ομπάμα την Ευρώπη αλλά και τις εξελίξεις στην αντιμετώπιση της ελληνικής κρίσης; Δύο πανεπιστημιακοί καταθέτουν σήμερα τις απόψεις τους στη «Μακεδονία» αναφορικά με το θέμα. «Τόσο οι λαοί της Ευρώπης όσο και οι πολιτικές τους ηγεσίες έμειναν ικανοποιημένοι από το αμερικανικό εκλογικό αποτέλεσμα», σημειώνει ο αναπληρωτής καθηγητής Διπλωματικής Ιστορίας Θεοδόσης Καρβουναράκης και προσθέτει πως «ο πρόεδρος Ομπάμα θα εξακολουθήσει να πιέζει τη γερμανίδα καγκελάριο Άγκελα Μέρκελ για συνολική λύση στο ευρωπαϊκό οικονομικό πρόβλημα, που θα ευνοεί και τη χώρα μας». Από την πλευρά του, ο επίκουρος καθηγητής του τμήματος Διεθνών-Ευρωπαϊκών Σπουδών του ΠΑΜΑΚ Γιάννης Παπαδόπουλος σημειώνει πως «η αμερικανική κυβέρνηση, εμμέσως διά του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, που ελέγχει σε μεγάλο ποσοστό, και πλέον αμέσως από το ίδιο το στόμα του Μπαράκ Ομπάμα λίγες μόνο ώρες πριν από την επανεκλογή του, πιέζει πια ανοιχτά το πολιτικό σύστημα της Ε.Ε. προς τη λύση μιας νέας αναδιάρθρωσης του ελληνικού χρέους».
 

Αμερικανικές εκλογές και εξωτερική πολιτική: προκλήσεις και προοπτικές της επόμενης μέρας
 
Του Θεοδόση Καρβουναράκη* 
 
Με ικανοποίηση αντέδρασε η διεθνής κοινότητα στην επανεκλογή του προέδρου Ομπάμα. Οι δυναμικές λύσεις σε θέματα εξωτερικής πολιτικής που υποστήριξε ο Ρεπουμπλικάνος υποψήφιος, αν και εν πολλοίς προεκλογικός ελιγμός για τη συσπείρωση των συντηρητικών ψηφοφόρων, θορύβησε τη διεθνή κοινότητα. Σε είκοσι από είκοσι ένα κράτη, προεκλογική δημοσκόπηση του BBC κατέγραψε την προτίμηση των χιλιάδων ερωτηθέντων για τον πρόεδρο Ομπάμα, με μόνο το Πακιστάν να έχει αντίθετη άποψη, όχι με βάση τα υπέρ και τα κατά των δυο υποψηφίων, αλλά ως τρόπο καταδίκης της αμερικανικής πολιτικής σε αυτήν τη χώρα. Η σημασία της εξωτερικής πολιτικής αυξάνεται στη δεύτερη θητεία του αμερικανού προέδρου, γιατί του δίνει τη δυνατότητα μιας επιτυχίας με θετικό αντίκτυπο στην υστεροφημία του, ενώ στο εσωτερικό των ΗΠΑ η πεισματώδης αντιπολίτευση των Ρεπουμπλικάνων στο Κογκρέσο μάλλον θα του στερήσει αυτή την ευκαιρία. 
Ποιες, λοιπόν, φαίνεται να είναι οι βασικές συνιστώσες της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής στη νέα τετραετία Ομπάμα; Την υψηλότερη προτεραιότητα αποτελεί η Κίνα, που επιμένει σε αθέμιτες εμπορικές πρακτικές και αυξάνει την πίεση στα γειτονικά της κράτη. Ο πρόεδρος Ομπάμα θα επιχειρήσει να περιορίσει τις ηγεμονικές της αξιώσεις, όπως φαίνεται και από την απόφαση μέχρι το 2020 το 60% του αμερικανικού στόλου να έχει συγκεντρωθεί στην Άπω Ανατολή, αλλά θα χρησιμοποιήσει θεσμικές μεθόδους, όπως τον Διεθνή Οργανισμό Εμπορίου, για την επίλυση των εμπορικών διαφορών. 
Η κλιμάκωση των συγκρούσεων στη Συρία και η απειλή να γενικευτεί η σύρραξη στην περιοχή θα αναγκάσει τον αμερικανό πρόεδρο να αναλάβει δραστικότερες πρωτοβουλίες. Ήδη βρίσκονται σε εξέλιξη αμερικανοτουρκικές συζητήσεις για την εγκατάσταση πυραύλων «Patriot» στα σύνορα με τη Συρία, που θα μπορούσαν να είναι το πρώτο βήμα για τη δημιουργία ζωνών απαγόρευσης πτήσης στο συριακό έδαφος, προς όφελος των ανταρτών.
Με διπλωματικά μέσα θα επιχειρήσει να λύσει ο πρόεδρος Ομπάμα το κυριότερο πρόβλημα στις σχέσεις της χώρας του με το Ιράν, τις προσπάθειες του τελευταίου για την απόκτηση πυρηνικών όπλων. Από καιρό βρίσκονται σε εξέλιξη μυστικές επαφές των δυο μερών, ενώ μια νέα συμφωνία για τη χρήση πυρηνικής ενέργειας από το Ιράν μόνο για ειρηνικούς σκοπούς, σε συνδυασμό με ελάφρυνση των οικονομικών κυρώσεων, θα τεθεί στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Τα σοβαρά πολιτικά και οικονομικά προβλήματα στο εσωτερικό του Ιράν καθώς και η διεθνής απομόνωση είναι πιθανόν να οδηγήσουν σε συμβιβαστική λύση. Ο ισραηλινός πρωθυπουργός και οι δυναμικότερες λύσεις του, προς το παρόν, θα κρατηθούν στο περιθώριο. 
Δεν θα υπάρξει αλλαγή σε σχέση με την αμερικανική πολιτική στο Αφγανιστάν, αν και η ταχύτητα αποχώρησης των αμερικανικών στρατευμάτων αλλά και ο αριθμός του στρατιωτικού προσωπικού που θα παραμείνει στη χώρα με ειδικά καθήκοντα μετά το 2014 αποτελούν αντικείμενο διαφωνιών μεταξύ του προέδρου και της στρατιωτικής ηγεσίας, με τον πρώτο να επιθυμεί ταχύτερη αποχώρηση και μικρότερη στρατιωτική παρουσία.
Με συγκρατημένη αισιοδοξία αντιμετωπίστηκε η επανεκλογή Ομπάμα από τη ρωσική πολιτική ηγεσία. Δεν είναι όμως βέβαιο αν η καλή προσωπική σχέση Ομπάμα - Μεντβέντεφ θα έχει συνέχεια στο πρόσωπο του νέου ρώσου προέδρου Βλαντίμιρ Πούτιν. Παράλληλα, μια σειρά προβλημάτων σκιάζει τις σχέσεις των δυο χωρών: Η αντίδραση των ΗΠΑ στην παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη Ρωσία, οι υποψίες του Κρεμλίνου για αμερικανική βοήθεια προς ρώσους αντικαθεστωτικούς, τα σχέδια των Αμερικανών για εγκατάσταση στην Ευρώπη αντιπυραυλικής ασπίδας και προς ανατολάς διεύρυνση του ΝΑΤΟ, καθώς και ο ρόλος της Ρωσίας στη συριακή διαμάχη. 
Τόσο οι λαοί της Ευρώπης όσο και οι πολιτικές τους ηγεσίες έμειναν ικανοποιημένοι από το αμερικανικό εκλογικό αποτέλεσμα. Οι ευρωπαίοι ηγέτες δεν επιθυμούσαν τη διατάραξη της καλής σχέσης συνεργασίας που είχαν δημιουργήσει με τον αμερικανό πρόεδρο και τους συνεργάτες του, τόσο σε διεθνή όσο και σε ευρωπαϊκά θέματα. Η προβολή νέων αμερικανικών θέσεων θα δυσκόλευε το κύριο έργο τους, που είναι η αντιμετώπιση της μεγάλης ενδοευρωπαϊκής οικονομικής κρίσης. Η δοκιμασία που πλήττει τη χώρα μας δεν απασχόλησε την προεκλογική εκστρατεία του προέδρου Ομπάμα, ενώ μόνο ως παράδειγμα προς αποφυγήν αναφέρθηκε από τον αντίπαλό του. Ο πρόεδρος Ομπάμα θα εξακολουθήσει να πιέζει τη γερμανίδα καγκελάριο Άγκελα Μέρκελ για συνολική λύση στο ευρωπαϊκό οικονομικό πρόβλημα, που θα ευνοεί και τη χώρα μας. Είναι όμως αμφίβολο αν οι αμερικανικές πιέσεις σε μια από τις ισχυρότερες χώρες του κόσμου, με την αυτοπεποίθηση του ρυθμιστή των ευρωπαϊκών πραγμάτων, θα έχουν ουσιαστικό αποτέλεσμα. 
 
* αναπληρωτή καθηγητή Διπλωματικής Ιστορίας Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών Πανεπιστήμιο Μακεδονίας

 
Τι αλλάζει σε Ευρώπη και Ελλάδα η εκλογή Ομπάμα
 
Του Γιάννη Παπαδόπουλου*
 
Η επανεκλογή του πρόεδρου Ομπάμα στις ΗΠΑ σηματοδοτεί, κατά την άποψή μου, ταυτόχρονα μια νέα δυναμική και μια συνέχεια της προηγούμενης εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ σε σχέση με την Ε.Ε. και την Ελλάδα. 
Η νέα δυναμική προέρχεται από το γεγονός ότι, παραδοσιακά, η δεύτερη θητεία ενός αμερικανού προέδρου είναι πάντοτε πιο ελεύθερη στις κινήσεις της και δημιουργική από την πρώτη, απλούστατα διότι το αμερικανικό πολιτικό σύστημα τον έχει απαλλάξει από το μόνιμο άγχος της επανεκλογής. Πράγματι, η εικοστή δεύτερη τροπολογία στο ομοσπονδιακό σύνταγμα που ψηφίσθηκε το 1947 -μετά δηλαδή τον θάνατο του Φραγκλίνου Ρούζβελτ, ο οποίος είχε εκλεγεί συνολικά τέσσερις φορές- δεν επιτρέπει παρά μόνο δύο συνεχόμενες θητείες σε έναν πρόεδρο. Έτσι, στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής, όπου ο αρχηγός της εκτελεστικής εξουσίας έχει ένα θεσμικό πλεονέκτημα απέναντι στο Κογκρέσο, επειδή ο ίδιος και η κυβέρνησή του διαπραγματεύονται αυτοτελώς τις διεθνείς συνθήκες και γενικά ο πρόεδρος παρεμβαίνει δυναμικά στη διεθνή σκηνή, με την επιφύλαξη της ύστερης έγκρισης ορισμένων σημαντικών συνθηκών που υπογράφει από τη Γερουσία, υπάρχει πια πολύ μεγαλύτερο περιθώριο για καινοτόμες προσεγγίσεις. Ο πρόεδρος δεν οφείλει πια να υποτάσσεται στην ανάγκη διαρκών διαπραγματεύσεων και υποχωρήσεων απέναντι στην αντιπολίτευση και στα ισχυρά κατεστημένα συμφέροντα στο εσωτερικό πεδίο, που δεν βλέπουν με καλό μάτι τον έντονο παρεμβατισμό της Αμερικής στο μέτωπο της ευρωπαϊκής κρίσης χρέους.
Η συνέχεια θα παρατηρηθεί στη συνεχόμενη και ενδεχομένως κλιμακούμενη άσκηση πιέσεων προς τους ευρωπαίους ηγέτες, και ειδικότερα προς τους σημαντικότερους πολιτικούς παίκτες της ευρωζώνης, για μια πραγματική δομική λύση στο διαρκές δράμα της μη βιωσιμότητας του ελληνικού δημοσίου χρέους, το οποίο συμπαρασύρει όλη την ευρωπαϊκή ήπειρο σε ένα ανατροφοδοτούμενο σπιράλ κρίσης. Η αμερικανική κυβέρνηση, εμμέσως διά του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, που ελέγχει σε μεγάλο ποσοστό, και πλέον αμέσως από το ίδιο το στόμα του Μπαράκ Ομπάμα λίγες μόνο ώρες πριν από την επανεκλογή του, πιέζει πια ανοιχτά το πολιτικό σύστημα της Ε.Ε. προς τη λύση μιας νέας αναδιάρθρωσης του ελληνικού χρέους. Αυτή η αναδιάρθρωση θα πρέπει τώρα να πάρει τη μορφή ενός OSI (Official Sector Involvement - κούρεμα του χρέους που διακατέχουν η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και τα κράτη μέλη της ευρωζώνης) μετά το PSI (Private Sector Involvement) που συνετελέσθη την περασμένη άνοιξη. Οι γερμανοί κυρίως ιθύνοντες, υπό την πίεση της κοινής τους γνώμης, που δυστυχώς γαλουχήθηκε με έναν άκρατο λαϊκισμό εναντίον των «σπάταλων κρατών Club Med» του ευρωπαϊκού Νότου, διστάζουν να κάνουν αυτό το βήμα, φοβούμενοι το εκλογικό κόστος που θα καταβάλουν στις ομοσπονδιακές εκλογές του Σεπτεμβρίου 2013.
Εδώ λοιπόν θα φανεί η ικανότητα καινοτομίας που φέρει η αμερικανική διπλωματία και το αμερικανικό soft power (ήπια ισχύς) γενικότερα, με τα μη ευκαταφρόνητα εργαλεία πειθαναγκασμού και εξορθολογισμού που διαθέτει για να συνετίσει τους ευρωπαίους ηγέτες, προκειμένου να αλλάξουν ριζικά οι κατά βάση ανορθολογικές πολιτικές επιλογές και οι μακροοικονομικές παραδοχές της ευρωζώνης. Τίποτα δεν εγγυάται, ασφαλώς, την επιτυχία αυτής της προσπάθειας του προέδρου Ομπάμα. Ωστόσο, εκτιμώ ότι θα ήταν πολιτικά σοφό για την καγκελάριο Μέρκελ και την κυβέρνησή της να προβούν σε μια τακτική αναδίπλωση, εγκαταλείποντας τη σκληρή τιμωρητική τους στάση απέναντι στην Ελλάδα, υπό το πρόσχημα μιας «ακαταμάχητης» εξωτερικής πίεσης από πλευράς των Αμερικανών και ορισμένων μεγάλων διεθνών οργανισμών, όπως το ΔΝΤ και ο ΟΟΣΑ.
 
* επίκουρου καθηγητή τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών Πανεπιστημίου Μακεδονίας

http://www.makthes.gr/news/opinions/96005/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου