Χαμένο μέσα στον αχό για την πρόσφατη ανακήρυξη ενός χαλιφάτου στο Ιράκ και την Συρία από το Ισλαμικό Κράτος τού Ιράκ και της αλ-Σαμ (ISIS) είναι το γεγονός ότι ο Μαχάτμα Γκάντι ήταν ο πρώτος σύγχρονος ηγέτης που αξίωσε ένα χαλιφάτο για τους Μουσουλμάνους. Το 1919, αποφασισμένος να ενώσει τους Ινδουιστές και τους Μουσουλμάνους για να αμφισβητήσει την βρετανική κυριαρχία, ο Γκάντι συμμάχησε με μια σειρά από Μουσουλμάνους ηγέτες -από κληρικούς μέχρι πτυχιούχους του Oxbridge, μέχρι ποιητές και επιχειρηματίες- σε μια κίνηση που εύστοχα ονομάστηκε Khilafat ή Χαλιφάτο.
Σε μια προσπάθεια να ενώσει τους Μουσουλμάνους και τους Ινδουιστές, ο Μαχάτμα Γκάντι υποστήριξε στην Ινδία το κίνημα υπέρ του χαλιφάτου. (Wikimedia)
Ο Γκάντι στην πραγματικότητα δεν πίστευε σε ένα χαλιφάτο. Η υποστήριξή του ήταν τακτικισμός. Προσέγγισε τους Ινδούς μουσουλμάνους σε μια στιγμή που ήταν ευάλωτοι. Αγωνίζονταν με αβεβαιότητα για την τύχη τους μετά την κατάρρευση της δυναστείας των Mughal το 1857, καθώς και με την απελπισία που ένιωθαν μετά την πτώση τής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στα τέλη τού Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Το οθωμανικό χαλιφάτο υπήρξε το τελευταίο σύμβολο της ισλαμικής δύναμης, και μετά την ήττα του, όλα τα μουσουλμανικά εδάφη αποτελούσαν είτε ευρωπαϊκές αποικίες είτε τελούσαν υπό κατοχή. Ακόμη και οι ιερές πόλεις τής Μέκκα και της Μεδίνα, είχαν χαθεί. Ως εκ τούτου, για τους Ινδούς Μουσουλμάνους, το χαλιφάτο έγινε ένα ιδανικό, πιο ισχυρό στην μνήμη από όσο ήταν ποτέ στην πραγματικότητα. Ένας πένθιμος θρήνος -«Το Ισλάμ κινδυνεύει!»- μετατράπηκε σε μια ισχυρή πολεμική κραυγή.