Δευτέρα 19 Νοεμβρίου 2012

Η γεωπολιτική σημασία της Ελλάδας αναθερμαίνεται στο Βερολίνο


Άρθρο της Ζέζας Ζήκου

Στο σημερινό σκηνικό της παγκόσμιας οικονομικής αστάθειας και της νομισματικής ισορροπίας του τρόμου, η οποιαδήποτε «σύγχρονη Γιάλτα» για την επίλυση της κρίσης του χρέους δεν μπορεί να είναι, στην καλύτερη περίπτωση, παρά ένας πρόσκαιρος συμβιβασμός, τον οποίο όλοι οι πρωταγωνιστές θα πασχίζουν να ανατρέψουν πριν ακόμη στεγνώσει το μελάνι των υπογραφών τους. Ομως, δεν αποκλείεται να αποδειχθεί ότι η Γερμανία υπερτιμά στις αρχές του 21ου αιώνα την οικονομική της ισχύ, όπως μοιραία υπερτίμησε στον 20ό αιώνα τη στρατιωτική της ισχύ.

Μέχρι πρότινος το Βερολίνο θεωρούσε πώς η Ελλάδα δεν ανήκει στον ευρωπαϊκό πυρήνα, οπότε δεν χρειάζεται να κατασπαταληθούν χρήματα για τη διάσωσή της. Και μέχρι πρότινος εκτιμούσε πως δεν έχει να φοβάται τις γεωπολιτικές επιπτώσεις από το ενδεχόμενο μιας εξόδου της Ελλάδας από την Ευρωζώνη (Grexit). Τώρα, όμως, φαίνεται να αναθεωρεί αυτές τις απόψεις, καθώς η περίπτωση της Ελλάδας κρίνεται με γεωπολιτικά κριτήρια.

Ο πρόεδρος του Γερμανικού Συνδέσμου Εξωτερικού Εμπορίου Αντον Μπέρνερ, προειδοποίησε προχθές ότι αν Ελλάδα βρεθεί εκτός Ευρωζώνης, τότε «θα απομακρυνθεί στην πράξη και από την Ευρωπαϊκή Ενωση» και θα «πέσει στην αγκαλιά της Ρωσίας ή της Κίνας, προκαλώντας πρόβλημα ασφάλειας για την Ευρώπη». Ο κ. Μπέρνερ εκτιμά πως στην περίπτωση εξόδου της Ελλάδας από την Ευρωζώνη και δημιουργίας στενότερης σχέσης με τη Ρωσία ή την Κίνα, «η Ελλάδα θα αποκόμιζε μεγάλα κέρδη και η Ευρώπη θα αποκτούσε ένα πρόβλημα ασφαλείας, και μάλιστα για πολλές δεκαετίες»!

Με έναν ρεαλιστικό κυνισμό ο Γερμανός επιχειρηματίας επισήμανε σε συνέντευξή του στην Stuttgarter Zeitung πως «αν πληρώσουμε για την Ελλάδα, αυτό τελικά θα μας αποδειχθεί φθηνότερο», προσθέτοντας ότι η Ρωσία και η Κίνα «ευχαρίστως θα αποκτούσαν μια βάση στη Μεσόγειο». Αναφερόμενος, επίσης, στην περίπτωση της Ιταλίας, ο κ. Μπέρνερ τη χαρακτήρισε «ανησυχητική περίπτωση».

Οι γεωπολιτικές κρίσεις που συγκλόνισαν την Ευρώπη τα τελευταία χρόνια -Βοσνία, Κόσοβο, Ιράκ, Γεωργία- έφεραν σε πρώτο πλάνο τη Γαλλία, μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, με τη Γερμανία σε ρόλο συνοδηγού. Αντίθετα, η δημοσιονομική κρίση ανέδειξε σε πρωταγωνιστή τη Γερμανία. Η οικονομική ατμομηχανή της Γηραιάς ηπείρου με τα τεράστια πλεονάσματα λειτούργησε ως το γερμανικό «166» στο οποίο απευθύνονται όλοι οι απειλούμενοι με χρεοκοπία. Γερμανική σφραγίδα φέρουν όλοι οι μηχανισμοί διάσωσης.

Είκοσι δύο χρόνια μετά την πτώση του Τείχους, η Ευρώπη γερμανοποιείται ωμά και ταχύτατα. Παλιά, υπήρχε η ευρωπαϊκή Γερμανία της Βόννης. Τώρα, δημιουργείται η γερμανική Ευρώπη του Βερολίνου, το οποίο υποκατέστησε πλήρως τις Βρυξέλλες στον ρόλο της κοινής «πρωτεύουσας». Το Βερολίνο έχει τιμωρήσει «παραδειγματικά» και μάλιστα αποφάσισε να «αποβάλει» την Ελλάδα - όχι στους τύπους, αλλά, ασφαλώς, στην ουσία. Γιατί; Επειδή η Γερμανία ουδέποτε υπήρξε η κεντρική ξένη δύναμη επιρροής στην Ελλάδα που κατά καιρούς άσκησαν η Γαλλία, η Αγγλία και, πιο πρόσφατα, οι ΗΠΑ.

«Μην αφήνεις ποτέ ανεκμετάλλευτο έναν γεωπολιτικό κίνδυνο, αποτελεί πάντοτε μια ευκαιρία για προσωπικό όφελος», είναι το δόγμα του Βερολίνου. Ετσι ακριβώς όπως το έκανε και η Αγκελα Μέρκελ, η οποία άρπαξε την κρίση του ευρώ από τα μαλλιά, για να επαναπροσδιορίσει την Ευρώπη στη βάση των γερμανικών συμφερόντων. Η Αγκελα Μέρκελ αντικατέστησε το μεταπολεμικό μοντέλο της γερμανικής πολιτικής, που χαρακτηριζόταν από την πολυμέρεια, με μια μονομερή τακτική. Αυτό έκανε και με την κρίση στην Ελλάδα.

Εν τέλει, το 2012 είδε την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση να απομακρύνεται ταχύτατα από το ιδεολόγημα της σύμπραξης μεταξύ ισότιμων εταίρων προς το πρότυπο του άκρως ετεροβαρούς ΝΑΤΟ: Με τη Γερμανία στον ρόλο του αδιαμφισβήτητου ηγεμόνα της Ε.Ε. (κατ’ αναλογία προς τον ρόλο που παίζει στο ΝΑΤΟ η Αμερική) και τη Γαλλία να διατηρεί μια «ειδική σχέση» μαζί της, αλλά υπό καθεστώς ελάσσονος εταίρου (όπως διατηρεί «ειδική σχέση» με την Αμερική η έκπτωτη αυτοκρατορία της Βρετανίας). Αυτή η νέα ευρωπαϊκή γεωμετρία επιτρέπει στην ηγεμονική δύναμη να επιβάλει αυτό που στο Παρίσι καταγγέλλεται ως «συναίνεση του Βερολίνου», κατ’ αναλογία προς την επώδυνη «συναίνεση της Ουάσιγκτον» που επέβαλε το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο στη Λατινική Αμερική και την Αφρική κατά τις δεκαετίες του ’80 και του ’90.

Βαδίζοντας κανείς στον δρόμο της ιστορίας των οικονομικών θεωριών και των ασκούμενων πολιτικών στην Ευρωπαϊκή Ενωση, διαπιστώνει ότι στην ουσία επανακυριαρχούν οι αντιλήψεις της σχολής του Freibourg και οι ασκούμενες πολιτικές του ρεύματος του ορθο-φιλελευθερισμού, που διέπεται από νομισματική σταθερότητα, περιοριστικές πολιτικές και μείωση κοινωνικών δαπανών, με τις οποίες η Γερμανία επιδίωξε να αντιμετωπίσει την οικονομική κρίση και ύφεση του 1929.

Ομως, σήμερα οι υπερδυνάμεις αλληλεπιδρούν μεταξύ τους στο πλαίσιο της πολύπλευρης γεωπολιτικής της παγκοσμιοποίησης. Ταυτόχρονα, οι αναδυόμενοι οικονομικοί γίγαντες της Ασίας συναγωνίζονται με τις σπάταλες οικονομίες του καταναλωτισμού, της Αμερικής και της Ευρώπης για τα πεπερασμένα αποθέματα ορυκτών καυσίμων και πρώτων υλών. Το γεγονός αυτό ισχυροποιεί μια άλλη κατηγορία δυνάμεων, τις «δυνάμεις της εκμετάλλευσης». Το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα είναι η Ρωσία.

Κυρίως, όμως, η παγκοσμιοποίηση είναι ένα οικονομικό φαινόμενο που έχει θρυμματίσει την οικονομική αλαζονεία της Δύσης. Η πιστωτική κρίση και η ευρωπαϊκή αναταραχή που συνεχίζεται αμείωτη λόγω της κρίσης του χρέους, έχουν δημιουργήσει την ανάγκη μιας παγκόσμιας πολιτικής συνεννόησης.

Πηγή: ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου