Τρίτη 21 Μαΐου 2013

Τα στάδια της Αραβικής Άνοιξης Μαθήματα δημοκρατικής μετάβασης από Γαλλία, Ιταλία και Γερμανία

Δύο χρόνια μετά το ξέσπασμα αυτού που έγινε γνωστό ως Αραβική Άνοιξη, η επιτυχία είναι ακόμα μακριά. Οι νεαρές δημοκρατίες της Βόρειας Αφρικής αγωνίζονται για να προχωρήσουν προς τα εμπρός ή ακόμη και να διατηρήσουν τον έλεγχο, η κυβερνητική καταστολή στον Περσικό Κόλπο και αλλού έχει εμποδίσει την απελευθέρωση, και η Συρία διολισθαίνει όλο και πιο βαθιά σε έναν άγριο εμφύλιο πόλεμο που απειλεί να πυροδοτήσει τη Μέση Ανατολή. Αντί για έναν εκτεταμένο ενθουσιασμό για τη δημοκρατία που τελικά έρχεται στην περιοχή, αντιλαμβάνεται κανείς διάχυτη απαισιοδοξία σχετικά με τα πολλά εμπόδια που υπάρχουν, φόβους για το τι θα συμβεί στη συνέχεια, ως και εμφανή νοσταλγία για την παλιά αυταρχική τάξη. Τον περασμένο Ιούνιο, όταν ο αιγυπτιακός στρατός κατήργησε το κοινοβούλιο και προσπάθησε να γυρίσει πίσω το ρολόι καρατομώντας την πολιτική προεδρία, ο επικεφαλής αρθρογράφος θεμάτων εξωτερικής πολιτικής της Wall Street Journal ευχόταν, «Ας ελπίσουμε ότι θα λειτουργήσει». (Δεν το έκανε.) Και η απόπειρα γραπώματος στην εξουσία από τον πρόεδρο της Αιγύπτου, Μοχάμεντ Μόρσι, τον Νοέμβριο, έκανε αυτή τη νοσταλγία κοινό τόπο.
Ήρθε ο Μπενίτο, η δημοκρατία φινίτο. Η δημοφιλία του Μουσολίνι ήταν αρκετή για να του ανατεθεί η διακυβέρνηση της Ιταλίας, τερματίζοντας το δημοκρατικό πείραμα της εποχής.

Ο σκεπτικισμός είναι τόσο προβλέψιμος όσο είναι και λανθασμένος. Κάθε κύμα εκδημοκρατισμού κατά τον τελευταίο αιώνα - μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, κατά τη διάρκεια του λεγόμενου «τρίτου κύματος» στις τελευταίες δεκαετίες - έχει ακολουθηθεί από ένα αντίθετο ρεύμα που συνοδεύεται από εκτεταμένη αμφισβήτηση της βιωσιμότητας ή ακόμα και της σκοπιμότητας της δημοκρατικής διακυβέρνησης στις εν λόγω περιοχές. Μόλις η πολιτική πρόοδος επιβραδυνθεί, μια συντηρητική αντίδραση παρουσιάζεται καθώς οι επικριτές θρηνούν για την αναταραχή της νέας εποχής και κοιτάζουν πίσω μελαγχολικά στην υποτιθέμενη σταθερότητα και την ασφάλεια των αυταρχικών τον προκατόχων της. Θα ήλπιζε κανείς ότι πλέον οι άνθρωποι θα ήξεραν καλύτερα – ότι θα καταλάβαιναν πως έτσι ακριβώς μοιάζει η πολιτική εξέλιξη, έτσι έμοιαζε πάντα, στην Δύση όπως ακριβώς και στη Μέση Ανατολή, και ότι ο μόνος δρόμος προς τα εμπρός είναι να «βουτήξει» κανείς μπροστά και όχι να γυρίσει πίσω.
Το πρώτο λάθος που κάνουν οι επικριτές είναι να αντιμετωπίζουν τις νέες δημοκρατίες ως λευκές σελίδες, αγνοώντας το πόσο η δυναμική και η μοίρα τους είναι κληρονομική και όχι προϊόν επιλογής. Η αναστάτωση, η βία και η διαφθορά εκλαμβάνονται ως αποδείξεις της εγγενούς δυσλειτουργικότητας της ίδιας της δημοκρατίας, ή της ανωριμότητας ή του παραλογισμού ενός συγκεκριμένου πληθυσμού, παρά ως ένα σημάδι της παθολογίας της προηγούμενης δικτατορίας. Επειδή τα αυταρχικά καθεστώτα δεν έχουν λαϊκή νομιμοποίηση, συχνά χειραγωγούν και εμβαθύνουν τα κοινωνικά χάσματα, προκειμένου να διαιρέσουν πιθανούς αντιπάλους και να δημιουργήσουν υποστήριξη μεταξύ των ευνοημένων ομάδων. Έτσι, όταν προκύπτει ο εκδημοκρατισμός, μια καταπιεσμένη δυσπιστία και εχθρότητα συχνά εκρήγνυται. Και επειδή τα αυταρχικά καθεστώτα κυβερνούν με βάση μια εντολή και όχι την συναίνεση, καταστέλλουν τις διαφωνίες και μπλοκάρουν τη δημιουργία πολιτικών και κοινωνικών θεσμών που επιτρέπουν την τακτική, ειρηνική διάρθρωση και οργάνωση των λαϊκών αιτημάτων. Έτσι, οι πολίτες στις νέες δημοκρατίες συχνά εκφράζουν τα παράπονά τους με έναν ασταθή και ανοργάνωτο τρόπο, μέσα από μια σειρά από κόμματα που ζαλίζει, με ακραία ρητορική και συμπεριφορά και διαδηλώσεις, ακόμη και μάχες.

Όλες αυτές οι δυναμικές ήταν παρούσες στον απόηχο της Αραβικής Άνοιξης. Στην Αίγυπτο, για παράδειγμα, τα καθεστώτα του Ανουάρ αλ Σαντάτ και του Χόσνι Μουμπάρακ αρνήθηκαν να επιτρέψουν την ανάπτυξη πραγματικών πολιτικών κομμάτων ή πολλών ανεξάρτητων ενώσεων της κοινωνίας των πολιτών, πράγμα που εξηγεί γιατί ο ισλαμισμός είναι τόσο κυρίαρχη πολιτική δύναμη εκεί τώρα. Οι θρησκευτικές οργανώσεις ήταν τα μόνα φόρουμ στα οποία ο μέσος πολίτης μπορούσε να εκφραστεί ή να συμμετέχει ενεργά στη ζωή της κοινότητάς του και έτσι, όταν ο Μουμπάρακ έπεσε και προέκυψε η μετάβαση, μόνο οι ισλαμιστές είχαν έτοιμη την υποδομή για να κινητοποιήσουν τους υποστηρικτές τους αποτελεσματικά. Η υπανάπτυξη των άλλων οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών και των πολιτικών οργανώσεων, με τη σειρά της, σημαίνει ότι μόλις η δικτατορία αποσυντέθηκε, υπήρχαν λίγα όργανα ικανά να καθοδηγήσουν τις λαϊκές διαμαρτυρίες, και πολύ λιγότερο να ανταποκριθούν σε αυτές - γεγονός που εξηγεί την τρέχουσα έλλειψη ισχυρών μη-ισλαμικών πολιτικών κομμάτων και την τάση των Αιγυπτίων να κατεβαίνουν στους δρόμους για να εκφράσουν τις απαιτήσεις τους και την δυσαρέσκειά τους. Η κίνηση Μόρσι τον Νοέμβριο να αποφύγει τον δικαστικό έλεγχο των διαταγμάτων του, αντικατοπτρίζει μια ευρύτερη ισλαμική δυσπιστία προς τα αιγυπτιακά δικαστήρια, που οφείλεται εν μέρει στην απουσία αξιόπιστου κράτους δικαίου κατά τη διάρκεια της εποχής Μουμπάρακ, όπως ακριβώς και η αδυναμία των αντίθετων προς τον Μουμπάρακ δυνάμεων να συνεργαστούν σήμερα αντικατοπτρίζει την πολυδιασπασμένη, δηλητηριώδη ιστορία τους υπό τις προηγούμενες τυραννίες. Όπως ο Mekky Ahmed, ο υπουργός Δικαιοσύνης, δήλωσε για τη διαμάχη της δικαστικής αναθεώρησης, «εγώ κατηγορώ όλους τους Αιγύπτιους, επειδή δεν ξέρουν πώς να μιλήσουν ο ένας στον άλλο» - κάτι το οποίο ήταν ακριβώς ο στόχος του Μουμπάρακ.
Παρόμοιες ιστορίες υπάρχουν και σε άλλες δικτατορίες της Μέσης Ανατολής. Στο Ιράκ, ο Σαντάμ Χουσεΐν σκόπιμα κατηύθυνε διάφορες ομάδες του πληθυσμού κατευθείαν την μια εναντίον της άλλης ως έναν τρόπο για να συνδέσει ορισμένες από αυτές τις ομάδες στο καθεστώς του και να αποδυναμώσει την όποια τυχόν αντιπολίτευση. Η πρακτική αυτή, σε συνδυασμό με την πλήρη καταστολή των δραστηριοτήτων της κανονικής πολιτικής ή της κοινωνίας των πολιτών από το καθεστώς, σήμαινε ότι το Ιράκ ήταν μόνο λίγα βήματα μακριά από την διολίσθηση σε βίαιο χάος μόλις θα ανατρεπόταν το καθεστώς του - μια διαδικασία που οι Ηνωμένες Πολιτείες διευκόλυναν με το να αποτύχουν να παράσχουν μια αποτελεσματική νέα τάξη πραγμάτων για να αντικαταστήσει την παλιά. Στη Λιβύη, ο Μουαμάρ αλ-Καντάφι κυβέρνησε μέσα από μια παράξενη προσωπική δικτατορία η οποία άφησε την χώρα του σχεδόν εξ ολοκλήρου χωρίς κρατική υπόσταση αμέσως μετά από την αποπομπή του, στρώνοντας το δρόμο για τον αγώνα της νέας κυβέρνησης στην Τρίπολη να επιβάλει την τάξη σε όλη την περιοχή και την δικαιοδοσία της. Και στη Συρία, η δικτατορία της οικογένειας Άσαντ ευνόησε την αλεβίτικη μειονότητα της χώρας, εις βάρος άλλων κοινοτήτων, θέτοντας τις βάσεις για σύγκρουση των κοινοτήτων, καθώς το καθεστώς των Άσαντ αποσυντίθεται.
Εκτός από το να κατηγορούν τα νέα δημοκρατικά καθεστώτα για τις αμαρτίες των αυταρχικών προκατόχων τους, οι επικριτές επίσης θέτουν παράλογα υψηλά τον πήχη για την επιτυχία, τόσο που δεν έχει καμία ιστορική προοπτική. Ερμηνεύουν την (μετά τη μετάβαση) βία, τη διαφθορά, την σύγχυση και την ανικανότητα, ως ενδείξεις ότι οι συγκεκριμένες χώρες (ή ακόμη και ολόκληρες περιοχές ή θρησκείες) δεν είναι έτοιμες για δημοκρατία, ως σαν η κανονική δημοκρατική μετάβαση να οδηγεί ομαλά και άμεσα σε σταθερά φιλελεύθερα αποτελέσματα και να φταίνε οι ίδιες οι χώρες που παραπατούν. Στην πραγματικότητα, σταθερή φιλελεύθερη δημοκρατία εμφανίζεται συνήθως μόνο στο τέλος μακρών και συχνά βίαιων αγώνων, με πολλές ανατροπές, στροφές, λανθασμένες εκκινήσεις και παρακάμψεις.
Αυτά τα προβλήματα, άλλωστε, δεν αποτελούν σφάλμα αλλά χαρακτηριστικό - δεν είναι σημάδια προβλημάτων με τη δημοκρατία, αλλά απόδειξη της δύσκολης, μπερδεμένης διαδικασίας της πολιτικής ανάπτυξης μέσω της οποίας οι κοινωνίες αποκαθάρονται από τα υπολείμματα της δικτατορίας και χτίζουν νέες και καλύτερες δημοκρατικές δομές. Η σταθερή φιλελεύθερη δημοκρατία απαιτεί κάτι περισσότερο από απλά μια αλλαγή στις πολιτικές μορφές. Συνεπάγεται, επίσης, την εξάλειψη της αντιδημοκρατικής κοινωνικής, πολιτιστικής και οικονομικής κληρονομιάς του παλαιού καθεστώτος. Αυτή η διαδικασία παίρνει πολύ χρόνο, θέλει μεγάλο κόπο και πολλές προσπάθειες. Ιστορικά, οι περισσότερες αρχικές μεταβάσεις ήταν το ξεκίνημα της διαδικασίας εκδημοκρατισμού, όχι το τέλος της - κάτι που καθιστούν σαφές οι βασανισμένες ιστορίες των σημερινών ώριμων φιλελεύθερων δημοκρατιών.
ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΓΑΛΛΙΑ
Πάρτε τη Γαλλία. Ακριβώς όπως η Αραβική Άνοιξη και άλλα πρόσφατα κύματα παγκόσμιου εκδημοκρατισμού έγιναν δεκτά με αγαλλίαση από παρατηρητές σε όλο τον κόσμο, έτσι, επίσης, έγινε με την κατάρρευση της κληρονομικής δικτατορίας στην Γαλλίας το 1789. Στο The Prelude, ο William Wordsworth αναθυμόταν την εποχή ως μια που η Ευρώπη «ήταν ενθουσιασμένη από χαρά, / η Γαλλία να στέκεται στην κορυφή των χρυσών ωρών, / Και η ανθρώπινη φύση φαινόταν να αναγεννάται». Ωστόσο, παρά την αρχική αισιοδοξία, η μετάβαση σύντομα πήγε στραβά. Το 1791, με την ανακήρυξη της συνταγματικής μοναρχίας, η Γαλλία έκανε την πρώτη προσπάθειά της να δημιουργήσει μια νέα πολιτική τάξη, αλλά αυτό το μετριοπαθές πολιτικό καθεστώς απορρίφθηκε από αμφότερους τους αντιδραστικούς και τους ριζοσπάστες. Οι τελευταίοι πήραν σύντομα το πάνω χέρι και το 1793, εκτέλεσαν τον βασιλιά και ανακήρυξαν μια δημοκρατία με καθολική ψηφοφορία και τη δέσμευση για ένα ευρύ φάσμα ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων. Στη συνέχεια, η πρώτη σύγχρονη δημοκρατία στην Ευρώπη διολίσθησε γρήγορα σε αυτό που αποκλήθηκε το βασίλειο του τρόμου (Reign of Terror), στο οποίο 20.000-40.000 άνθρωποι εκτελέστηκαν για «αντεπαναστατικές» δραστηριότητες.
Ο Βρετανός πολιτικός θεωρητικός Edmund Burke ήταν απλώς ο πιο γνωστός από τους συντηρητικούς επικριτές που υποστηρίζουν ότι αυτές οι εμπειρίες δείχνουν τους κινδύνους της ριζικής πολιτικής αλλαγής και την ανάγκη οι ελίτ και τα θεσμικά όργανα να συγκρατούν τα πάθη των μαζών. Αλλά ο Burke και οι άλλοι επικριτές έχουν λάθος. Η σύγκρουση, το χάος και η βία που ακολούθησαν τη Γαλλική Επανάσταση δεν ήταν το αδυσώπητο αποτέλεσμα ούτε της δημοκρατίας per se ούτε της ανωριμότητας των γαλλικών μαζών. Αντίθετα, προήλθαν από τον τρόπο που κυβερνούσε η προηγούμενη δικτατορία. Το παλαιό καθεστώς στη Γαλλία είχε στηριχτεί σε μια συμμαχία μεταξύ του βασιλιά και ενός στενού κομματιού της κοινωνίας, κυρίως τους ευγενείς. Προκειμένου να διατηρηθεί η υποστήριξη των αριστοκρατών, οι Γάλλοι βασιλιάδες τούς εξαγόραζαν με διάφορα οικονομικά οφέλη και προνόμια, περιλαμβανομένων των συντάξεων, της προστασίας, της ειδικής νομικής μεταχείρισης, της πρόσβαση σε προσοδοφόρες εμπορικές ευκαιρίες και της απαλλαγής από τη φορολογία. Αυτό το σύστημα επέτρεψε στους Βουρβώνους να σταθεροποιήσουν την χώρα και να αρχίσουν την οικοδόμηση ενός σύγχρονου, συγκεντρωτικού κράτους. Αλλά δημιούργησε επίσης τη διαδεδομένη λαϊκή αντίληψη ότι οι Γάλλοι ευγενείς ήταν παράσιτα που αποσπούσαν πόρους από το κράτος ενώ παράλληλα εκμεταλλεύονταν την αγροτιά.
Το παλαιό καθεστώς, με λίγα λόγια, στηριζόταν σε μια εξαιρετικά στενή κοινωνική βάση, με το βασιλιά και τους ευγενείς εγκλωβισμένους σε μια νοσηρή αγκαλιά που δημιουργούσε δυσαρέσκεια και σύγκρουση μεταξύ των χαμηλότερων τάξεων και των προνομιούχων τμημάτων της κοινωνίας. Όπως ο μελετητής Hilton Root έχει σημειώσει, αυτό οδήγησε σε μια «κοινωνία χωρισμένη σε κλειστές, αυτοπροσδιοριζόμενες ομάδες» - και τα μέλη των ομάδων αυτών, όπως ο Alexis de Tocqueville αναφέρει ότι είπε ένας από τους υπουργούς του Λουδοβίκου του 16ου, είχαν «τόσο λίγους δεσμούς μεταξύ τους που ο καθένας σκεπτόταν μόνο τα δικά του συμφέροντα, και κανένα ίχνος οιουδήποτε αισθήματος για την ευτυχία του λαού δεν υπήρχε πουθενά».
Από το δεύτερο μισό του δέκατου όγδοου αιώνα, σε μεγάλο βαθμό χάρη στους αρκετούς, ακριβούς και καταστροφικούς πολέμους, το γαλλικό κράτος ήταν σε σοβαρό δημοσιονομικό πρόβλημα. Απρόθυμο να αυξήσει τους φόρους στους ευνοημένους πλούσιους, το καθεστώς κατέφευγε σε δανεισμό όλο και περισσότερο, και κατά το 1780 το χρέος του είχε γίνει μη βιώσιμο. Όταν ο βασιλιάς αναγκάστηκε τελικά να καλέσει μια εθνική συνέλευση το 1789 για να προσπαθήσει να αντιμετωπίσει τα προβλήματα της χώρας, οι από μακρού χρόνου υποβόσκουσες συγκρούσεις εντός και μεταξύ των διαφόρων κοινωνικοοικονομικών ομάδων ξέσπασαν ανοικτά, και η Γαλλία μπήκε στο δρόμο τόσο για την επαναστατική όσο και την μετεπαναστατική αναταραχή.
Αν το πρώτο δημοκρατικό πείραμα της Γαλλίας απέτυχε, παρ' όλα αυτά συνέβαλε βαθιά στην τελική διαμόρφωση μιας σταθερής φιλελεύθερης δημοκρατίας. Από οικονομική άποψη, η επανάσταση αντικατέστησε ένα σύστημα πελατειακών σχέσεων που βασιζόταν σε ψευδο-φεουδαρχικές ιεραρχίες με ένα σύστημα αγοράς που βασίζεται στην ιδιωτική ιδιοκτησία και την ισότητα ενώπιον του νόμου. Κοινωνικά, αντικατέστησε μια κοινωνία δομημένη με λειτουργικά διαφορετικές κληρονομικές ομάδες (ευγενείς, αγρότες, και ούτω καθεξής), με ένα έθνος που αποτελείται από ισότιμους πολίτες. Σε πολιτικό επίπεδο, άλλαξε δημοφιλείς συμπεριφορές σχετικά με την ιδιότητα του πολίτη, τα δικαιώματα και τη νόμιμη διακυβέρνηση. Και επιτάχυνε δραματικά τον εκσυγχρονισμό του κράτους, αντικαθιστώντας ένα συνονθύλευμα τοπικών ρυθμίσεων και φέουδων με μια εθνική γραφειοκρατία και ένα εθνικό φορολογικό σύστημα. Η επανάσταση και τα επακόλουθά της, με λίγα λόγια, κατέληξαν να είναι τα κρίσιμα πρώτα βήματα σε έναν αγώνα διάρκειας ενάμιση αιώνα για να υπάρξει απαλλαγή από το παλαιό καθεστώς και να εγκατασταθεί στη θέση του κάτι καλύτερο και πιο δημοκρατικό.
Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΙΤΑΛΙΑΣ
Η Ιταλία, εν τω μεταξύ, εκδημοκρατίστηκε λίγο πριν από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Το νέο καθεστώς μαστιζόταν εξ’ αρχής από κοινωνικές συγκρούσεις και πολιτική αστάθεια, και τα προβλήματα επιδεινώθηκαν από τις δύσκολες συνέπειες του πολέμου. Το 1919-20, περίπου 1,3 εκατομμύρια αστικών και βιομηχανικών εργατών κατέλαβαν τους χώρους εργασίας και δήλωσαν ότι αυτοί, αντί για τους ιδιοκτήτες και τους διευθυντές, ήταν τώρα υπεύθυνοι για τα εργοστάσια. Η κατάσταση στις αγροτικές περιοχές ήταν ίσως ακόμη πιο χαοτική, καθώς οι αγρότες και οι γεωργικοί εργάτες καταπάτησαν μη καλλιεργούμενες ή υποχρησιμοποιούμενες ιδιόκτητες γαίες και οι μεγάλοι γαιοκτήμονες απάντησαν με την πρόσληψη ιδιωτικών πολιτοφυλακών για να κρατήσουν τις επαναστατημένες κατώτερες τάξεις υπό έλεγχο. Τα δύο μεγαλύτερα πολιτικά κόμματα της χώρας, που εκπροσωπούσαν τους Καθολικούς και τους Σοσιαλιστές, αντίστοιχα, δεν μπόρεσαν ή δεν θέλησαν ούτε να συνεργαστούν ούτε να αναλάβουν σαφή δέσμευση για τη δημοκρατία, καθιστώντας αδύνατη την οικοδόμηση σταθερών, αποτελεσματικών κυβερνήσεων. Πολλοί Ιταλοί γρήγορα αγανάκτησαν με την συνεχή σύγκρουση και την πολιτική αστάθεια και κατηγόρησαν την ίδια τη δημοκρατία για τα προβλήματα της χώρας. Και τον Οκτώβριο του 1922, οι αντιδημοκράτες πήραν αυτό που ήθελαν, όταν ο Ιταλός βασιλιάς, μετά από έκκληση των συντηρητικών, τερμάτισε το δημοκρατικό πείραμα και παρέδωσε την χώρα στον δυναμική ηγέτης της ριζοσπαστικής δεξιάς, τον Μπενίτο Μουσολίνι.
Η στροφή προς τον φασισμό καταχειροκροτήθηκε από πολλούς εντός και εκτός Ιταλίας οι οποίοι πίστευαν ότι η δικτατορία προσέφερε μια καλύτερη ευκαιρία για την επίτευξη σταθερότητας και ανάπτυξης στην χώρα, που τόσο τις είχε ανάγκη. Και τα πρώτα χρόνια του Μουσολίνι στην εξουσία απλώς αύξησαν την διασημότητα και την αναγνωρισιμότητά του. Αλλά οι επευφημίες ήταν άστοχες. Το βραχύβιο δημοκρατικό καθεστώς ήταν πιο ελκυστικό από όσο ο φασιστικός διάδοχος του. Τα προβλήματα του, άλλωστε, προκλήθηκαν κυρίως από τον αντιδημοκρατικό προκάτοχό του, ο οποίος είχε σκοπίμως διαιρέσει και εκμεταλλευθεί τον ιταλικό λαό και αρνήθηκε να επιτρέψει την συνηθισμένη έκφραση της λαϊκής δυσαρέσκειας και των λαϊκών απαιτήσεων.
Μόλις μερικές δεκαετίες νωρίτερα, η ιταλική χερσόνησος ήταν ο τόπος ενός μεγάλου αριθμού ξεχωριστών κρατών με διαφορετικές πολιτικές, οικονομικές, κοινωνικές και πολιτιστικές ιστορίες. Τα κακά δίκτυα μεταφορών και η έλλειψη μιας κοινής γλώσσας σήμαιναν ότι οι περισσότεροι κάτοικοι της περιοχής ήξεραν και φρόντιζαν ελάχιστα ο ένας τον άλλο. Και όταν προέκυψε η ενοποίηση, στη δεκαετία του 1860, ήταν το αποτέλεσμα όχι μιας μαζικής λαϊκής εξέγερσης, αλλά των αποφάσεων από τα πάνω, από τους ηγέτες του Πιεμόντε, του ισχυρότερου κράτους της χερσονήσου. Οι Πιεμοντέζοι επέβαλαν αυτό που ουσιαστικά ήταν ένα ξένο πολιτικό σύστημα (το δικό τους) στην υπόλοιπη περιοχή, και ως εκ τούτου, το νέο ιταλικό κράτος συνάντησε άμεση αντίσταση - από τις κοινότητες που αισθάνθηκαν ως αποικίες και ότι είχαν υποστεί εκμετάλλευση από το Πιεμόντε και από την Καθολική Εκκλησία, η οποία απέρριψε την ιδέα μιας ανώτερης κοσμικής εξουσίας που θα διέπει τη ζωή των Ιταλών.
Μη έχοντας την ικανότητα και ίσως και την επιθυμία να καλλιεργήσουν την υποστήριξη των μαζών, οι ιταλικές πολιτικές ελίτ κυβερνούσαν τη νέα χώρα μέσω ενός συστήματος που έγινε γνωστό ως trasformismo, το οποίο συνίστατο στην ενσωμάτωση ορισμένων ευνοημένων ομάδων μέσα στην πολιτική τάξη μέσω ενός ρουσφετολογικού συστήματος. Ο αριστοτέχνης αυτής της μεθόδου ήταν ο Giovanni Giolitti, ο πρωθυπουργός της Ιταλίας σε διάφορες περιόδους μεταξύ 1892 και 1921, ο οποίος χρησιμοποίησε την επέκταση και την παρακράτηση κρατικών χορηγιών αλλά και παρασκηνιακές διαπραγματεύσεις για να επιβραβεύσει ή να τιμωρήσει εκλογικές ομάδες – «κλειδιά». Η θεσμοθετημένη διαφθορά, με άλλα λόγια, ήταν ενσωματωμένη στην καρδιά του νεαρού ιταλικού κράτους από πολύ νωρίς, κάτι που είχε βαθιές συνέπειες για την μετέπειτα πολιτική ανάπτυξη της χώρας.
Δεδομένου ότι τα επίσημα όργανα της ιταλικής πολιτικής κατά τα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα και στις αρχές του εικοστού – δηλαδή, οι εκλογές και το κοινοβούλιο – σαφώς δεν ήταν οι πραγματικοί επιδιαιτητές της πολιτικής εξουσίας στη χώρα, πολλές ομάδες στην ιταλική κοινωνία έχασαν το ενδιαφέρον τους για αυτά και άρχισαν να οργανώνονται έξω από αυτά ή ακόμη και εναντίον τους. Ο αυθαίρετος αποκλεισμός ορισμένων ομάδων από την εξουσία, επιπλέον, δημιούργησε δυσαρέσκεια και απογοήτευση. Και επειδή το πολιτικό σύστημα δεν ήταν ευαίσθητο στις λαϊκές ανησυχίες και τα αιτήματα, οι διαιρέσεις στο εσωτερικό της ιταλικής κοινωνίας δεν αντιμετωπίστηκαν ούτε σταθερά ούτε αποτελεσματικά.
Όλα αυτά σημαίνουν ότι όταν τελικά προέκυψε μια πλήρης μετάβαση στη δημοκρατία, το νέο καθεστώς ξεκίνησε τη ζωή του με μια μεγάλη σειρά από προβλήματα. Το χάος, οι συγκρούσεις και η βία που μάστιζαν την Ιταλία τα χρόνια πριν ανέβει ο Μουσολίνι στην εξουσία, με άλλα λόγια, δεν προκλήθηκαν από την τότε υπερβολική δημοκρατία (όπως οι επικριτές υποστήριξαν), αλλά από την πολύ λιγότερη [δημοκρατία] νωρίτερα. Η φασιστική περίοδος της χώρας ήταν ένα βήμα προς τα πίσω παρά ένα βήμα προς τα εμπρός, και όταν η ιταλική δημοκρατία αποκαταστάθηκε μετά το Β 'Παγκόσμιο Πόλεμο, ήταν σε θέση να επωφεληθεί από τη δοκιμαστική περίοδο και να συνεχίσει από εκεί όπου το προγενέστερο δημοκρατικό πείραμα είχε σταματήσει.
ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ ΤΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ
Η Γερμανία εκδημοκρατίστηκε μέσα στο δημοκρατικό κύμα που σάρωσε όλη την Ευρώπη μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, και η νεαρή Δημοκρατία της Βαϊμάρης είχε επίσης επιβαρυνθεί από τη γέννησή της με κοινωνικές συγκρούσεις, πολιτική αστάθεια και εξτρεμισμό. Μέσα σε λίγους μήνες από την ίδρυση της δημοκρατίας, οι τοπικοί κομμουνιστές κήρυξαν σοβιετική δημοκρατία στη Βαυαρία, η οποία σύντομα ανατράπηκε από τα Freikorps, τις δεξιόστροφες πολιτοφυλακές, σε μεγάλο βαθμό πέραν του ελέγχου της κεντρικής κυβέρνησης. Τα Freikorps τότε συνέχισαν τις επιδρομές τους, ενεπλάκησαν σε δολοφονίες και βίαιες διαδηλώσεις και τελικά υποστήριξαν μια απόπειρα πραξικοπήματος το 1920. Ακολούθησαν άλλες δεξιόστροφες εξεγέρσεις, συμπεριλαμβανομένης της διαβόητης Beer Hall Putsch το 1923 από τον Χίτλερ, αλλά το ίδιο γινόταν και με τις αριστερόστροφες εξεγέρσεις. Και για να φτάσει το πράγμα στο απροχώρητο, η αποτυχία της κυβέρνησης να εξυπηρετήσει τις αποζημιώσεις το 1923 προκάλεσε τους Βέλγους και τους Γάλλους να πάρουν τον έλεγχο του Ρουρ, πυροδοτώντας τον Μεγάλο Πληθωρισμό - που κατέληξε να καταστρέψει την γερμανική μεσαία τάξη και απονομιμοποίησε περαιτέρω την κυβέρνηση και άλλους κεντρικούς πολιτικούς θεσμούς.
Κάποια σταθεροποίηση συνέβη στα τέλη της δεκαετίας του 1920, αλλά η δημοκρατία είχε ίσα-ίσα τον χρόνο για να αναπνεύσει πριν να πληγεί από τη Μεγάλη Ύφεση. Όταν οι επικρατούσες πολιτικές δυνάμεις αμφιταλαντεύτηκαν ενόψει της διαφαινόμενης οικονομικής και πολιτικής καταστροφής, οι εξτρεμιστές κέρδισαν έδαφος, και το φθινόπωρο του 1932 οι Ναζί έγιναν το μεγαλύτερο κόμμα της χώρας, έχοντας προωθήσει μια πλατφόρμα που πάντρευε τις επιθέσεις κατά της δημοκρατίας με τις υποσχέσεις για την αντιμετώπιση των προβλημάτων του καπιταλισμού και για επούλωση των κοινωνικών διαιρέσεων της χώρας. Τον Ιανουάριο του 1933, στον Χίτλερ είχε προσφερθεί η καγκελαρία, και το δημοκρατικό πείραμα της Γερμανίας τερματίστηκε.
Απηχώντας τις ανησυχίες και τις αναλύσεις του Burke και άλλων, ορδές συντηρητικών επικριτών υποστήριξαν ότι η Βαϊμάρη και άλλα αποτυχημένα δημοκρατικά πειράματα του μεσοπολέμου έδειξαν ότι η δημοκρατία και η μαζική συμμετοχή στην πολιτική, ήταν γενικότερα καταστροφές εν αναμονή. Μόνο αυταρχικά πολιτικά συστήματα που κυβερνώνται από έναν ισχυρό ηγέτη, ισχυρίζονταν, θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν την τάξη και την πειθαρχία και να αποκεφαλίσουν την κοινωνική σύγκρουση, την πολιτική αστάθεια και την ηθική χαλαρότητα. Για άλλη μια φορά, όμως, οι επικριτές είχαν κάνει λάθος. Η μοίρα της Βαϊμάρης είχε λιγότερο να κάνει με τα εγγενή προβλήματα της δημοκρατίας ή αυτό που ο Ισπανός συγγραφέας José Ortega y Gasset ονόμασε «μαζικός άνθρωπος» από όσο με την τραγική κληρονομιά του προηγούμενου γερμανικού αυταρχισμού.
Η σύγχρονη Γερμανία αναδύθηκε κατά το δεύτερο μισό του δέκατου ένατου αιώνα, ενοποιημένη από τα πάνω, υπό την αιγίδα του ισχυρότερου κράτους της, της συντηρητικής και μιλιταριστικής Πρωσίας. Η κυβέρνηση διοικείτο από έναν καγκελάριο που αναφέρεται στον κληρονομικό μονάρχη, τον Κάϊζερ, αντί στο ευρύ κοινό, και υπήρχαν δύο νομοθετικά σώματα, ένα ανώτερο που κυριαρχείτο από Πρώσους συντηρητικούς και ένα κατώτερο που εκλεγόταν με καθολική ψηφοφορία. Ο καγκελάριος δεν χρειαζόταν μαζική υποστήριξη για να παραμείνει στην εξουσία, αλλά την χρειαζόταν για να περάσει σημαντικά νομοθετήματα. Αυτό το ήπια αυταρχικό ή μικτό καθεστώς δημιουργούσε ισχυρά κίνητρα στους κυβερνήτες να χειραγωγούν την πολιτική, προκειμένου να αποκτούν αυτό που ήθελαν, διατηρώντας παράλληλα τους αντιπάλους τους σε ανισορροπία και στην άμυνα. Ο Ότο φον Μπίσμαρκ, ο οποίος διετέλεσε καγκελάριος για σχεδόν δύο δεκαετίες, ήταν αριστοτέχνης αυτής της ισορροπίας, κρατώντας ενωμένο έναν συντηρητικό, αντιδημοκρατικό συνασπισμό των μεγάλων γαιοκτημόνων αριστοκρατίας Junker και των βιομηχάνων της βαριάς βιομηχανίας ενώ δίχαζε, καταπίεζε και δαιμονοποιούσε τους Καθολικούς και Σοσιαλιστές αντιπάλους του και βάθαινε τις διαιρέσεις σε όλη τη χώρα. Η πολιτική του Μπίσμαρκ περί «εχθρών του κράτους» άσκησε, επίσης, μια ολέθρια επιρροή στον γερμανικό εθνικισμό, βοηθώντας να παγιωθεί η ιδέα ότι η Γερμανία αντιμετωπίζει κινδύνους τόσο από το εσωτερικό όσο και απ’ έξω.
Το αποτέλεσμα ήταν μια πολιτικά ενωμένη Γερμανία, αλλά όλο και περισσότερο κοινωνικά διαιρεμένη ενάντια στον εαυτό της, με μια στρεβλή αίσθηση του εθνικισμού, μια παράνοια σχετικά με τους εσωτερικούς όσο και τους εξωτερικούς εχθρούς, και αυξανόμενα επίπεδα απογοήτευσης και εξτρεμισμού (αφού η αντιδημοκρατική κυβέρνηση αποδείχθηκε ανίκανη ή απρόθυμη να ανταποκριθεί στις δημόσιες ανάγκες και απαιτήσεις). Όταν τελικά προέκυψε μια πλήρη μετάβαση στη δημοκρατία στον απόηχο της ήττας της Γερμανίας το 1918, λοιπόν, το νέο καθεστώς κληρονόμησε πολλά αρνητικά από το προκάτοχό του, συμπεριλαμβανομένης μιας τελείως εσφαλμένης ευθύνης για την απώλεια του πολέμου και για όλες τις πολιτικές, οικονομικές και ψυχολογικές συνέπειες που προέκυπταν από την ήττα.
Στη Γερμανία, όπως και στη Γαλλία και την Ιταλία, παρόλο που το αρχικό πείραμα του εκδημοκρατισμού της χώρας απέτυχε θεαματικά, είχε σημαντικές θετικές επιπτώσεις στη συνέχεια της διαδρομής. Όταν μια γενιά αργότερα ήρθε μια δεύτερη ευκαιρία στη δημοκρατία, υπήρχαν πολλά πάνω στα οποία μπορούσε κανείς να οικοδομήσει, και τα πάντα, από τα πολιτικά κόμματα ως τις εθνικές και τοπικές κυβερνήσεις ως τις οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών, ανασύρθηκαν από τις στάχτες. Η εμπειρία της Βαϊμάρης βοήθησε τις πολιτικές ελίτ αργότερα να εξασφαλίσουν ότι τα λάθη του παρελθόντος δεν θα επαναληφθούν, με τα μαθήματα αυτά να επηρεάζουν τη συγγραφή των συνταγμάτων, την διάρθρωση του κράτους πρόνοιας και τις σχέσεις εργοδότη -εργαζομένου, καθώς και την συνολική πολιτική συμπεριφορά. Η περίοδος του Μεσοπολέμου και τα επακόλουθά της αποδείχθηκε ότι δεν ήσαν μια παράκαμψη, αλλά ένα σημαντικό στάδιο στον μακροχρόνιο αγώνα της Ευρώπης να οικοδομήσει σταθερές φιλελεύθερες δημοκρατίες.
ΓΙΝΕΤΑΙ ΚΑΛΥΤΕΡΑ
Τι έχουν να πουν αυτές οι περιπτώσεις για την Αραβική Άνοιξη; Ότι τα προβλήματα που είναι τόσο εμφανή στην Αίγυπτο και σε άλλες χώρες που βρίσκονται σήμερα σε μετάβαση, είναι απόλυτα φυσιολογικά και προβλέψιμα, ότι είναι κυρίως σφάλμα των παλαιών απολυταρχικών καθεστώτων και όχι των νέων δημοκρατικών παικτών, και ότι η εξαφάνιση του αυταρχισμού και τα πειράματα με την δημοκρατική διακυβέρνηση είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα θεωρηθούν εκ των υστέρων ως σημαντικά βήματα προς τα εμπρός στην πολιτική ανάπτυξη των χωρών αυτών, ακόμη και αν τα πράγματα χειροτερέψουν, πριν τελικά γίνουν καλύτερα.
Οι περισσότερες χώρες που είναι σταθερές φιλελεύθερες δημοκρατίες σήμερα είχαν περάσει πολύ δύσκολα για να φθάσουν ως εκεί. Ακόμη και οι περιπτώσεις που συχνά χρησιμοποιούνται ως υποδείγματα αρχικού ή εύκολου εκδημοκρατισμού, όπως η Αγγλία και οι Ηνωμένες Πολιτείες, αντιμετώπισαν πολύ περισσότερα προβλήματα από όσα θυμόμαστε, με πλήρους κλίμακας εμφύλιους πολέμους στην πορεία. Ακριβώς όπως αυτά τα προβλήματα δεν σήμαιναν ότι η δημοκρατία ήταν λάθος ή αδύνατη για τη Βόρεια Αμερική ή την Δυτική Ευρώπη, έτσι και τα προβλήματα στα πρώτα βήματα των σημερινών αραβικών δημοκρατιών δεν σημαίνουν ότι η δημοκρατία είναι λάθος ή αδύνατη για τη Μέση Ανατολή.
Τότε και τώρα, τα περισσότερα από τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι νέες δημοκρατίες έχουν κληρονομηθεί. Η δημοκρατία δεν προκαλεί ή επιδεινώνει κατ' ανάγκη κοινοτικές και κοινωνικές συγκρούσεις και δυσαρέσκεια, αλλά όντως επιτρέπει στην δυσπιστία και την πικρία που έχει δημιουργηθεί στην διάρκεια των αυταρχικών καθεστώτων να έρθει στην επιφάνεια, συχνά με αξιοθρήνητα αποτελέσματα. Αλλά η νοσταλγία για την αυταρχική σταθερότητα είναι ακριβώς η λάθος απάντηση σε τέτοιου είδους προβλήματα, δεδομένου ότι είναι οι παθολογίες που συνδέονται με τον αυταρχισμό εκείνες που βοήθησαν να προκληθούν τα βαθύτερα προβλήματα εξ’ αρχής.
Η ιστορία μάς λέει ότι οι κοινωνίες δεν μπορούν να ξεπεράσουν τα προβλήματά τους, εκτός εάν - και έως ότου - τα αντιμετωπίσουν ξεκάθαρα. Η ανατροπή ενός μακροχρόνιου αυταρχικού καθεστώτος δεν είναι το τέλος της διαδικασίας του εκδημοκρατισμού, αλλά η αρχή της. Ακόμα και αποτυχημένα δημοκρατικά πειράματα αποτελούν συνήθως κρίσιμα θετικά βήματα για την πολιτική ανάπτυξη των χωρών, εποχές στις οποίες ξεκινά το ξερίζωμα της αντιδημοκρατικής κοινωνικής, πολιτιστικής και οικονομικής κληρονομιάς του παρελθόντος. Πάρα πολλοί παρατηρητές ερμηνεύουν σήμερα τα προβλήματα και τις αποτυχίες ως ενδείξεις ότι ένα ενδεχόμενο σταθερό δημοκρατικό αποτέλεσμα δεν πρόκειται να συμβεί. Αλλά βίαια και τραγικά γεγονότα, όπως η Γαλλική Επανάσταση, η κατάρρευση της ιταλικής και της γερμανικής δημοκρατίας του μεσοπολέμου και ο αμερικανικός εμφύλιος πόλεμος ήταν απόδειξη ότι οι εν λόγω χώρες δεν θα μπορούσαν να δημιουργήσουν ή να διατηρήσουν φιλελεύθερες δημοκρατίες; Ήταν κρίσιμα σημεία της διαδικασίας με την οποία αυτές οι χώρες πέτυχαν ακριβώς ένα τέτοιο αποτέλεσμα.
Η ευρέως διαδεδομένη απαισιοδοξία για την τύχη της Αραβικής Άνοιξης είναι σχεδόν βέβαιο ότι είναι άστοχη. Βεβαίως, η Μέση Ανατολή έχει ένα μοναδικό συνδυασμό πολιτιστικών, ιστορικών και οικονομικών χαρακτηριστικών. Αλλά έτσι είναι σε κάθε περιοχή, και δεν υπάρχει λόγος να περιμένουμε ότι ο αραβικός κόσμος θα είναι μια μόνιμη εξαίρεση από τους κανόνες της πολιτικής ανάπτυξης. Το έτος 2011 ήταν η αυγή μιας πολλά υποσχόμενης νέας εποχής για την περιοχή, και θα πρέπει να θεωρείται μετά από καιρό ως μια ιστορική καμπή, παρά το γεγονός ότι η πορεία θα είναι ταραγμένη. Οι συντηρητικοί επικριτές της δημοκρατίας θα αποδειχθούν λάθος αυτή τη φορά, όπως ακριβώς ήταν και για τη Γαλλία, την Ιταλία, τη Γερμανία, καθώς και κάθε άλλη χώρα που υποτίθεται ότι ήταν σε καλύτερα υπό τυραννία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου