Παρασκευή, 20 Φεβρουαρίου 2015

Ύβρις, ρεαλισμός και το ευρωπαϊκό σχέδιο

To CER γεννήθηκε σε αισιόδοξους καιρούς. Φαινόταν ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση, με την ολοκλήρωση της ενιαίας Ευρωπαϊκής αγοράς, θα μπορούσε να προσφέρει αύξηση της ευημερίας. Η ΕΕ φαινόταν να υποστηρίζει την ειρήνη σε μια ήπειρο κάποτε κατεστραμμένη από τον πόλεμο. Και η ένταξη σε αυτήν ήταν η ζωτική επιδίωξη των χωρών της Ανατολικής Ευρώπης που απελευθερώθηκαν από τη Σοβιετική κυριαρχία. Ακόμη και εντός μιας Βρετανικής πολιτικής κουλτούρας, η οποία είναι πάντα επιφυλακτική στα μεγάλα οράματα, πολλοί είδαν έναν ευγενή σκοπό στο ευρωπαϊκό εγχείρημα.

Αποτέλεσμα εικόνας για οικονομικη νομισματικη ενωση

Κατά έναν κρίσιμο τρόπο, οι ελπίδες του 1995 έχουν επιτευχθεί, με 11 χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, σήμερα να είναι ειρηνικά, δημοκρατικά μέλη μιας ενωμένης Ευρώπης. Πρέπει να εξακολουθούν να υπάρχουν πολλά καλά στοιχεία σε μια Ένωση που τόσοι πολλοί θέλησαν να συμμετάσχουν και στην οποία άλλοι εξακολουθούν να αποβλέπουν. Αλλά η αισιοδοξία της δεκαετίας του 1990 έχει υποχωρήσει. Η Ευρώπη είναι βυθισμένη σε χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης και βασανίζεται από αυξανόμενες πολιτικές εντάσεις. Τώρα στη Βρετανία λίγοι μιλούν για τον ευγενή σκοπό της ΕΕ, χωρίς το φόβο να τους χλευάσουν.

Η Οικονομική και Νομισματική Ένωση (ΟΝΕ), προφανώς έπαιξε ένα σημαντικό ρόλο στη δημιουργία των εντάσεων του σήμερα. Πολλοί άνθρωποι προσκείμενοι στο CER, συμπεριλαμβανομένου και εμού, υποστήριξαν αρχικά αυτό το σχέδιο. Πρέπει να καταλάβουμε τί πήγε στραβά. Παραδόξως, τα προβλήματα προκύπτουν τόσο από το υπερμέγεθες πολιτικό όραμα και την υπερβολική πίστη στην ελεύθερη αγορά.

Το ευρώ ήταν εν μέρει ένα πολιτικό σχέδιο, ένα «επόμενο βήμα» στη δημιουργία μιας διαρκώς πιο ενωμένης Ευρώπης, χρησιμοποιώντας κατά καιρούς την οικονομική ρητορική άνευ περιεχομένου σχετικά με την ανάγκη να «σταθεί απέναντι στο δολάριο» ή να περιορίσει την  δύναμη της Bundesbank. Όμως, η ΟΝΕ, επίσης, φαινόταν δικαιολογημένη ως ένα κατ’ εξοχήν έργο της ελεύθερης αγοράς, που έδινε ώθηση στην ολοκλήρωση της ελεύθερης αγοράς και ιδίως στην ελεύθερη κίνηση του κεφαλαίου. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δήλωνε με βεβαιότητα το 1991 στην έκθεσή της με τίτλο «μια Αγορά, ένα νόμισμα», ότι το ενιαίο νόμισμα, με την εξάλειψη του συναλλαγματικού κινδύνου, θα άρει τους φραγμούς στις ροές κεφαλαίου στο σύνολο της νομισματικής ένωσης, κατανέμοντας τα κεφάλαια αποτελεσματικά στα έργα με την υψηλότερη απόδοση και θα οδηγήσει γρηγορότερα στην σύγκλιση σε επίπεδα παραγωγικότητας και εισοδήματος.

Μέρος αυτής της ιστορίας σίγουρα έγινε πραγματικότητα: είδαμε εξαιρετικά αυξημένες ροές κεφαλαίων, την άλλη όψη των μαζικών πλεονασμάτων και των ελλειμμάτων του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Αλλά μακριά από την προώθηση της αποδοτικής επένδυσης κεφαλαίων, που η θεωρία της ελεύθερης αγοράς προέβλεψε, οι ροές αυτές υποστήριξαν την  σπατάλη των επενδύσεων στον τομέα των ακινήτων στην Ισπανία και την Ιρλανδία και τα μη βιώσιμα δημοσιονομικά ελλείμματα στην Ελλάδα. Ακριβώς όπως και στην έκρηξη των subrime στις ΗΠΑ, οι ωριμότερες χρηματοπιστωτικές αγορές έκαναν αναποτελεσματική κατανομή του κεφαλαίου και άφησαν πολλές οικονομίες να αντιμετωπίζουν σοβαρά χρέη μετά το σκάσιμο της φούσκας το 2008.

Έτσι, η κρίση στην ευρωζώνη έχει εν μέρει τις ρίζες της στην ίδια ύβρη που μας έδωσε την παγκόσμια οικονομική κρίση. Πριν από το 2008, πάρα πολλοί οικονομολόγοι ήταν βέβαιοι ότι η απελευθέρωση των χρηματοπιστωτικών αγορών θα απέφερε σίγουρα μικροοικονομική αποδοτικότητα. Πίστευαν επίσης ότι η μακροοικονομική σταθερότητα ήταν εξασφαλισμένη εφόσον οι κεντρικές τράπεζες διατηρούσαν χαμηλό και σταθερό πληθωρισμό. Ο Robert Lucas, ο πρύτανης των νέων κλασσικών οικονομικών, ισχυρίστηκε ακόμη ότι το βασικό πρόβλημα της μακροοικονομίας, πώς να ανατραπούν οι μεγάλες υφέσεις, είχε λυθεί οριστικά.

Και οι δύο πεποιθήσεις ήταν λάθος. Οι ελεύθερες χρηματοπιστωτικές αγορές δεν μπορούν να διαθέσουν τα κεφάλαιά τους αποτελεσματικά και μπορούν να προκαλέσουν τεράστια οικονομική αστάθεια: έχουν αφήσει το αμερικανικό ΑΕΠ περισσότερο από 10% μικρότερη από ό, τι θα είχε αν είχε αναπτυχθεί σύμφωνα με την τάση που επικρατούσε προ κρίσης και την Ευρωζώνη να παραμένει κάτω από το επίπεδο που βρισκόταν στο 2007. Αλλά ενώ ο δρόμος προς την καταστροφή και για τις δύο οικονομίες βρισκόταν στον πληθωρισμό της ελεύθερης αγοράς, η έξοδος της ευρωζώνης από την κρίση έχει αποδειχθεί πολύ πιο δύσκολη λόγω της κακής πολιτικής δομής της.

Με μια κυβέρνηση και μια κεντρική τράπεζα, είναι πολιτικά εύκολο να χρησιμοποιθούν μεγάλα δημόσια ελλείμματα για να αντισταθμιστεί η απομόχλευση του ιδιωτικού τομέα και να χρησιμοποιηθεί η ποσοτική χαλάρωση για να αποφευχθεί ο παραγκωνισμός του ιδιωτικού δανεισμού από τον δημόσιο. Εάν χρειαστεί, μπορούμε να προχωρήσουμε ακόμα περισσότερο στη μόνιμη νομισματοποίηση του δημοσίου χρέους, μια πράξη στην οποία θα προβεί αναμφίβολα η Ιαπωνία. Όμως, στην ευρωζώνη, όπου και υπάρχουν πολλοί εθνικοί εκδότες χρέους, οι διαμάχες σχετικά με την κατανομή καθιστούν δύσκολη και ίσως αδύνατη την αντιμετώπιση των προβλημάτων που έχει αφήσει πίσω της η ανεπαρκώς ελεγχόμενη χρηματοδότηση.

Όσοι από εμάς στη Βρετανία, υποστήριξαν την ΟΝΕ, λοιπόν, σφάλαμε διπλά, τόσο στην αποτυχία μας να προβλέψουμε τους κινδύνους, καθώς και τα πιθανά οφέλη από την ολοκλήρωση των χρηματοπιστωτικών αγορών και στην υπόθεσή μας ότι τα προβλήματα της μακροοικονομίας είχαν πράγματι λυθεί, γεγονός που μας επέτρεψε να αγνοήσουμε τις προφανείς ελλείψεις της πολιτικής δομής της ευρωζώνης με ασφάλεια.

Η ευρωζώνη αντιμετωπίζει τώρα ένα χρόνιο πρόβλημα ανεπαρκούς ζήτησης, στο οποίο το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ θα είναι μόνο μία μερικώς αποτελεσματική απάντηση. Χωρίς πρόοδο προς μια πιο ολοκληρωμένη οικονομική ένωση, με κάποια ομοσπονδιοποίηση του δημόσιου χρέους και ένα βαθμό διαγραφής ή νομισματοποίησης του υφιστάμενου χρέους, η νομισματική ένωση κινδυνεύει άλλη μια χαμένη δεκαετία χαμηλής ανάπτυξης και χαμηλού πληθωρισμού. Αυτό θα αντικατόπτριζε την εμπειρία της Ιαπωνίας στη δεκαετία του 1990 και του 2000, αλλά με πολύ χειρότερες πιθανές κοινωνικές και πολιτικές συνέπειες σε σχέση με αυτές που αντιμετώπισε το εθνικά και πολιτισμικά ομοιογενές έθνος. Αν η πρόοδος αυτή είναι πολιτικά ανέφικτη, μια ελεγχόμενη διάλυση της ευρωζώνης θα μπορούσε να είναι η καλύτερη, αν και εξακολουθεί να είναι επικίνδυνη, πορεία προς τα εμπρός.

Το 1995, το έτος της σύλληψης του CER, πολλοί από εμάς είδαμε την ολοκλήρωση της αγοράς ως την πορεία προς την οικονομική αποδοτικότητα, ενώ ορισμένες ευρωπαϊκές ελίτ πίστευαν πως η νομισματική ένωση είναι από μόνη της ένα, αυτόνομο, επιθυμητό πολιτικό σχέδιο, ανεξάρτητα από τις συγκεκριμένες οικονομικές της συνέπειες. Τα επόμενα χρόνια μας έχουν διδάξει επώδυνα μαθήματα. Η μελλοντική πολιτική πρέπει να βασίζεται σε μια πιο ρεαλιστική εκτίμηση τόσο της αγοράς, όσο και των πολιτικών ατελειών, αν θέλουμε να διατηρήσουμε ό, τι είναι πραγματικά πολύτιμο και ευγενές στο ευρωπαϊκό σχέδιο: μια κοινή δέσμευση για την ειρήνη, τη συνεργασία, τη δημοκρατία και την ελευθερία.

Του Adair Turner

Μπορείτε να δείτε το κείμενο εδώ: http://www.cer.org.uk/publications/archive/bulletin-article/2015/hubris-realism-and-european-project


ΑΠΟΔΟΣΗ:www.capital.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου