Πέμπτη, 19 Φεβρουαρίου 2015

Πώς να τερματιστεί η πειρατεία: Μαθήματα από την τελευταία δεκαετία

Η θαλάσσια πειρατεία είναι εξ ορισμού θαλάσσιο έγκλημα, που όμως έχει τις ρίζες του βαθιά στην ξηρά. Οι πειρατές χρειάζονται ασφαλή καταφύγια που τους παρέχουν πλοία και προμήθειες -και, κυρίως, τα μέσα για να διακινήσουν τα κλοπιμαία τους στην αγορά.
Ύποπτοι πειρατείας στην Μομπάσα της Κένυας, τον Ιούνιο του 2009. (Joseph Okanga / Courtesy Reuters)

Κατανοώντας αυτό, οι κυβερνήσεις συνήθως καταπολέμησαν την πειρατεία όχι μόνο με πολεμικά πλοία, αλλά και με στρατιώτες στην ξηρά. Από την αρχαία Ρώμη ως την δυναστεία Qing της Κίνας και την Αγγλία του δεκάτου εβδόμου αιώνα, τα κυρίαρχα κράτη έχουν υπονομεύσει τους πειρατές ξεριζώνοντας παραθαλάσσια χωριά, καίγοντας σκάφη, και εκτελώντας συνεργάτες. Και αυτό συνέβαινε και στις Ηνωμένες Πολιτείες. Το 1805, ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Τόμας Τζέφερσον, ανέπτυξε μια μικρή δύναμη πεζοναυτών και μισθοφόρων στο Derne, μια πόλη με λιμάνι στην ακτή της σημερινής Λιβύης, ως μέρος μιας ευρύτερης εκστρατείας για τον τερματισμό της πειρατείας στην Βαρβαρία σε βάρος των αμερικανικών εμπορικών πλοίων –ένα γεγονός που έχει απαθανατιστεί στον επίσημο ύμνο των πεζοναυτών. (Οι πεζοναύτες «πολεμάμε στις μάχες της χώρας μας», λέει το τραγούδι, «από τα περάσματα [της ναυμαχίας] του Μοντεζούμα ως τις ακτές της Τρίπολης».)

Έτσι, όταν οι πειρατές άρχισαν να σπέρνουν τον όλεθρο κατά μήκος μιας μεγάλης διεθνούς εμπορικής διαδρομής στα ανοικτά των ακτών της Σομαλίας το 2007 και το 2008, τουλάχιστον κάποιοι περίμεναν οι κυβερνήσεις να ακολουθήσουν μια παρόμοια προσέγγιση. Μέχρι το 2009, μετά από δύο χρόνια αυξανόμενων επιθέσεων σε εμπορικά πλοία, ορισμένοι ειδικοί έκρουσαν τα τύμπανα του πολέμου. Ο Τομ Wilkerson, ο επικεφαλής του Naval Institute στις ΗΠΑ και πρώην υποστράτηγος των πεζοναυτών, είχε προτείνει την επιστροφή στο «μοντέλο Τζέφερσον» κατά της πειρατείας. «Επιτεθείτε στους πειρατές εκεί που βρίσκονται», έγραψε, «αντί να μαντεύετε πού θα πάνε». Και ο Τζον Μπόλτον, πρώην πρέσβης των ΗΠΑ στα Ηνωμένα Έθνη, έκανε έκκληση για εισβολή στην Σομαλία που θα «τερματίσει το πρόβλημα μια και καλή».
Αλλά σε μια προσπάθεια απομάκρυνσης από την πεπατημένη, οι κυβερνήσεις ακολούθησαν μια διαφορετική πορεία. Λίγα κράτη ήταν πρόθυμα να στείλουν τα στρατεύματά τους στο κέντρο του κινδύνου, αλλά πολλά από αυτά αισθάνθηκαν πως έπρεπε να δράσουν. Το 2008, το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών ενέκρινε το ψήφισμα 1851, το οποίο περιελάμβανε έναν διεθνή μηχανισμό συνεργασίας που θα «δρα ως κοινό σημείο επαφής ανάμεσα και μεταξύ των κρατών, των περιφερειακών και των διεθνών οργανισμών σε όλες τις πτυχές της καταπολέμησης της πειρατείας και της ένοπλης ληστείας στα ανοικτά της θάλασσας της Σομαλίας». Η οδηγία αυτή γέννησε την Ομάδα Επαφής για την Πειρατεία στα Ανοικτά της Σομαλίας, ενός πολυμερούς φορέα με σκοπό να συντονίσει την δράση για την θαλάσσια πειρατεία μέσα σε ένα ευρύ φάσμα ενδιαφερομένων.
Ο στόχος της ομάδας ήταν να αποφύγει μια μεγάλη κλίση προς κάθε μεμονωμένη προσέγγιση σχετικά με την πειρατεία και αντ’ αυτού να εργαστεί κατά μήκος παράλληλων αξόνων, κάνοντας ταυτόχρονη χρήση ναυτικών επιχειρήσεων, διώξεων, δημιουργίας δυνατοτήτων και αυτοπροστασίας της βιομηχανίας (χρησιμοποιώντας τόσο την τεχνολογία όσο και τους ένοπλους φρουρούς). Η στρατηγική αυτή λειτούργησε σε μεγάλο βαθμό. Κατά την διάρκεια των τελευταίων πέντε ετών, η πειρατεία γύρω από το Κέρας της Αφρικής έχει φτάσει σε χαμηλά επίπεδα ρεκόρ. Σύμφωνα με το Διεθνές Γραφείο Ναυσιπλοΐας (ΙΜΒ), η τελευταία επιτυχημένη σύλληψη εμπορικού σκάφους από Σομαλούς πειρατές ήταν το 2012.
Ένα μεγάλο μέρος αυτής της επιτυχίας οφείλεται στις προσπάθειες της Ομάδας Επαφής, η οποία επέτρεψε σε διάφορους εμπλεκόμενους φορείς να συμμετάσχουν σε παράλληλες εργασίες. Υπό την αιγίδα της, η ναυτιλιακή βιομηχανία ανέπτυξε διαδικασίες αυτο-προστασίας σκαφών, οι οποίες μείωσαν δραματικά την αποτελεσματικότητα των επιθέσεων. Οι φορείς του ΟΗΕ συνεργάστηκαν με τα κράτη της περιοχής για να τα βοηθήσουν στην αποσαφήνιση νόμων και στην δίωξη πειρατών. Και οι διεθνείς ναυτικές δυνάμεις, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων του ΝΑΤΟ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, βοήθησαν στον εντοπισμό και την καθοδήγηση των εμπορικών πλοίων στον Ινδικό Ωκεανό. Συλλογικά, αυτές οι προσπάθειες υπονόμευσαν την πειρατεία σε ποικίλα μέτωπα -και με τρόπο πολύ πιο βιώσιμο από εκείνον της στρατιωτικής δύναμης.
Σε κάποιον βαθμό, η νέα αυτή προσέγγιση αντικατοπτρίζει τις σύγχρονες πραγματικότητες. Αρχικά, τους περασμένους αιώνες οι πειρατές συνήθως λειτουργούσαν με κρατική υποστήριξη. Σήμερα, οι περισσότεροι πειρατές βγάζουν κέρδη ανεξάρτητα, έτσι ώστε να μην είναι τόσο εχθρικοί μαχητές όσο κοινοί εγκληματίες. Έπειτα, τα πολιτικά όρια των στρατιωτικών επεμβάσεων είναι ιδιαίτερα σοβαρά: Μετά από τις δαπανηρές επεμβάσεις στο Αφγανιστάν και το Ιράκ, οι Αμερικανοί και οι Ευρωπαίοι είναι εξαιρετικά διστακτικοί στην ανάπτυξη χερσαίων στρατευμάτων, ανεξάρτητα από το πόσο στενά ορίζεται η αποστολή. Και υπάρχουν επίσης νέες οικονομικές συνθήκες: Τα εμπορικά σκάφη, εξαιτίας των πολύπλοκων δομών ιδιοκτησίας και καταχώρησης, δεν είναι πλέον αυστηρά συνδεδεμένα με μεμονωμένα κράτη, γεγονός που καθιστά λιγότερο σαφές το ποιος θα πρέπει να τα υπερασπιστεί.
Κάποια περιορισμένη στρατιωτική δράση έχει αποδειχθεί χρήσιμη, καθοδηγώντας σταδιακές αλλαγές σε πολλά μέτωπα. Η Ευρωπαϊκή Ένωση άρχισε να επιτίθεται με ελικόπτερα σε κρύπτες ανεφοδιασμού πειρατών το 2012, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Γαλλία έχουν αναπτύξει μονάδες ειδικών δυνάμεων για την διάσωση ομήρων. Σύμφωνα με τον ΟΗΕ, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα έχουν προσλάβει διεθνείς ιδιωτικές δυνάμεις ασφαλείας για να εκπαιδεύσουν μια μονάδα της Σομαλίας, που ονομάζεται Puntland Maritime Police Force, η οποία τώρα κάνει περιπολίες στην ακτή της χώρας και οργανώνει επιθέσεις εναντίον κάποιων πειρατών. Ακόμα πιο βαθιά στην ενδοχώρα, η Αφρικανική Ένωση έχει αφιερώσει διεθνείς ειρηνευτικές δυνάμεις στην στήριξη της κυβέρνησης της Σομαλίας και την αποδιοργάνωση πειρατικών καταφυγίων στην νότια και κεντρική Σομαλία.
Φυσικά, η διεθνής απάντηση στην πειρατεία δεν έχει έρθει φθηνά: Το Ωκεανοί Χωρίς Πειρατεία, ένα σχέδιο του ιδρύματος για το οποίο δουλεύω, εκτιμά ότι οι διεθνείς κυβερνήσεις και ο κλάδος της ναυτιλίας ξόδεψαν μόνο το 2013 σχεδόν τρία δισεκατομμύρια δολάρια για τις προσπάθειες αντιμετώπισης της πειρατείας κοντά στην Σομαλία. Αλλά αυτό είναι πιθανώς ένα μικρό κομμάτι του τι θα κόστιζε μια εισβολή στην Σομαλία ή η διατήρηση μιας στρατιωτικής παρουσίας εκεί. Και ένας μεγάλος αριθμός ενδιαφερομένων μερών είχαν την δυνατότητα να μοιραστούν αυτό το βάρος.
Η καινοτόμα απάντηση στην πειρατεία της Σομαλίας φέρνει ένα ακόμα πλεονέκτημα: Προσφέρει ένα χρήσιμο μοντέλο για την αντιμετώπιση άλλων συλλογικών προκλήσεων. Το να εφαρμοστεί μια παρόμοια, πολυτομεακή προσέγγιση για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας, για παράδειγμα, θα μπορούσε να επηρεάσει τα πλεονεκτήματα διαφόρων ενδιαφερόμενων φορέων -ΜΚΟ, ένοπλες δυνάμεις, οργανισμούς βοήθειας πολιτών- κάτω από την σκέπη ενός ευρύτερου διεθνούς ομίλου. Οι παγκόσμιες κρίσεις αποζητούν λύσεις, αντίστοιχες με τις τεράστιες απειλές που δημιουργούν, ενώ θα είναι ταυτόχρονα πολυμερείς και πολύπλευρες. Αν τα γεγονότα των τελευταίων δεκαετιών έχουν διδάξει τον κόσμο κάτι, αυτό είναι ότι τέτοιες προσεγγίσεις δεν είναι θέμα επιλογής ˑ είναι μια αναγκαιότητα.
ΠΗΓΗ: http://www.foreignaffairs.gr/articles/70189/conor-seyle/pos-na-termatistei-i-peirateia?page=show
Copyright © 2002-2014 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου