Δευτέρα, 1 Φεβρουαρίου 2016

Αποχαιρετισμός στην Καταλονία; Η Ισπανία αντιμετωπίζει μια επαναστατική περιφέρεια

Άνθρωποι περιμένουν την έναρξη της συνόδου ανάληψης της διακυβέρνησης στο Κοινοβούλιο της Καταλονίας στην Βαρκελώνη, στις 10 Ιανουαρίου 2016. ALBERT GEA / REUTERS
Στα μέσα Ιανουαρίου, η Καταλονία ανάδειξε μια νέα κυβέρνηση που υποσχέθηκε να φέρει την ανεξαρτησία [1] σε αυτή την έντονα αυτονομιστική περιοχή των 7,5 εκατομμυρίων ανθρώπων που βρίσκεται ανάμεσα στην Ισπανία [2] και την Γαλλία [3]. Ίσως μόνο η Χώρα των Βάσκων, όπου οι αποσχιστικές πολιτικές διαπλέκονται με την βία, την τρομοκρατία και ακόμη και τον ρατσισμό (ο βασκικός εθνικισμός έχει τις ρίζες του στην ιδέα ότι οι Βάσκοι είναι μια ξεχωριστή φυλή), ταιριάζει στην επιθυμία της Καταλονίας για κρατική υπόσταση μεταξύ των περιφερειών της Ισπανίας, και ίσως σε όλη την Ευρώπη [4]. Κατά ειρωνικό τρόπο, αν και ο βασκικός αγώνας για ανεξαρτησία είναι αυτός που καταλαμβάνει συνήθως τα διεθνή πρωτοσέλιδα, οι Καταλανοί έχουν το ιστορικά ισχυρότερο αίτημα για κρατική υπόσταση. Ο καταλανικός εθνικισμό καταγράφεται ήδη από τον Μεσαίωνα, όταν η περιοχή υπήρχε ως Πριγκιπάτο της Καταλονίας, πριν ενσωματωθεί στο Βασίλειο της Αραγονίας και αργότερα στο Βασίλειο της Ισπανίας, όταν τα στέμματα της Αραγονίας και της Καστίλλης ενώθηκαν κατά τον 15ο αιώνα. Ο βασκικός σεπαρατισμός [η αποσχιστική τάση], αντίθετα, χρονολογείται μόλις στα τέλη του 19ου αιώνα, όταν ιδρύθηκε το βασκικό εθνικιστικό κίνημα, αν και οι Βάσκοι εθνικιστές τείνουν να αμφισβητούν αυτή την άποψη, προσδένοντας το σύγχρονο βασκικό εθνικιστικό κίνημα με τα fueros, τα δικαιώματα και τα προνόμια που χορηγήθηκαν από τον Ισπανό μονάρχη στον βασκικό λαό ήδη από την φεουδαρχική εποχή.

Για την νεοεκλεγείσα κυβέρνηση της Καταλονίας, το διακύβευμα δεν θα μπορούσε να είναι υψηλότερο. Είναι μάλλον «ή τώρα ή ποτέ» για τους υπερασπιστές της καταλανικής ανεξαρτησίας. Για πρώτη φορά από τότε που η Ισπανία έγινε δημοκρατία το 1978, μετά από τέσσερις δεκαετίες δικτατορίας υπό το καθεστώς του αρχιστράτηγου Φρανσίσκο Φράνκο (καθεστώς τόσο βαθιά αντι-περιφερειακό που απαγόρευσε όλα τα σύμβολα της καταλανικής κουλτούρας, όπως την καταλανική γλώσσα και την σημαία), ένα πολιτικό κίνημα εξαιρετικά επικεντρωμένο στην ανεξαρτησία έχει κερδίσει την πλειοψηφία των εδρών στο κοινοβούλιο της Καταλονίας. Το Junts pel Sí (Μαζί για το Ναι), ένας συνασπισμός κομμάτων της Καταλονίας που υποστηρίζει την ανεξαρτησία, κέρδισε τις καταλανικές περιφερειακές εκλογές του περασμένου Σεπτεμβρίου. Μετά την ανάληψη της εξουσίας, ο νέος πρόεδρος της Καταλωνίας, ο Carles Puigdemont, ανακοίνωσε τα σχέδιά του για την δημιουργία της Δημοκρατίας της Καταλονίας εντός 18 μηνών. Για να υπογραμμίσει την σοβαρότητα των προθέσεών του, ο Puigdemont, σε ανοικτή αντίθεση με την παράδοση και τον νόμο, δεν εγγυήθηκε πίστη προς το ισπανικό σύνταγμα ή το ισπανικό στέμμα. Προσθέτοντας και προσβολή στο πλήγμα, το πορτρέτο του βασιλιά Felipe [5], το οποίο κρέμεται στην αίθουσα όπου πραγματοποιήθηκε η ορκωμοσία του Puigdemont, καλύφθηκε με ένα πέπλο κατά την διάρκεια της τελετής.
Για την κεντρική κυβέρνηση στην Μαδρίτη, η αντιπαράθεση με την Καταλονία, η οποία αντιπροσωπεύει το 20% της οικονομικής δραστηριότητας της Ισπανίας και περίπου το ίδιο ποσοστό του ισπανικού πληθυσμού, δεν θα μπορούσε να έρθει σε χειρότερη στιγμή. Η Ισπανία βρίσκεται σε πολιτικό αδιέξοδο μετά τα αμφίρροπα αποτελέσματα των εθνικών εκλογών της 20ης Δεκεμβρίου, που δημιούργησαν ένα κατακερματισμένο κοινοβούλιο. Κανένα από τα δύο κόμματα που κυβερνούν εδώ και δεκαετίες την Ισπανία δεν κέρδισε επαρκή αριθμό βουλευτικών εδρών για τον σχηματισμό κυβέρνησης χωρίς να χρειάζονται συμμαχίες με άλλα πολιτικά κόμματα. Υπό την ηγεσία του νυν πρωθυπουργού Mariano Rajoy, το συντηρητικό Λαϊκό Κόμμα (ΡΡ) κέρδισε το 28,7% των ψήφων για να αναδειχθεί ως ο νικητής, και το Κόμμα των Ισπανών Σοσιαλιστών Εργατών (PSOE) κέρδισε το 22% των ψήφων, αρκετές για να γίνει το δεύτερο πιο σημαντικό κόμμα στο νέο κοινοβούλιο. Μαζί, τα δύο νέα αστέρια, το αριστερό Podemos (Μπορούμε) και το κεντροδεξιό Ciudadanos (Πολίτες), πήραν το ένα τρίτο των ψήφων, μια απόδειξη της δυσαρέσκειας του εκλογικού σώματος προς τα παραδοσιακά κόμματα. Το μερίδιο του PP και του PSOE επί του εκλογικού σώματος μειώθηκε από το 80% το 2011 στο 50% το 2015.
Δύο επιλογές για μια κυβέρνηση συνασπισμού στην Ισπανία -η οποία θα είναι η πρώτη κυβέρνηση αυτού του είδους στην χώρα από την εποχή της ταραχώδους Δεύτερης Δημοκρατίας, του καθεστώτος του μεσοπολέμου που μπήκε στον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο- δημιουργούν την μεγαλύτερη κινητικότητα. Η πρώτη είναι ένας μεγάλος συνασπισμός δεξιάς-αριστεράς μεταξύ των παραδοσιακών αντιπάλων, ΡΡ και PSOE. Θα είναι παρόμοια με την σημερινή κυβέρνηση της Γερμανίας, η οποία ενσωματώνει τους πρώην αντίπαλους Χριστιανοδημοκράτες και Σοσιαλδημοκράτες. Η δεύτερη επιλογή, μια αριστερή «συμμαχία των ηττημένων», παρόμοια με εκείνη που βρίσκεται σήμερα στην εξουσία στην Πορτογαλία, που θα περιλαμβάνει το PSOE, το Podemos και την Izquierda Unida (Ενωμένη Αριστερά), μια ποικιλία αριστερών κομμάτων, συμπεριλαμβανομένου του άλλοτε κραταιού ισπανικού κομμουνιστικού κόμματος, και των Verdes (των Πράσινων). Αν δεν υλοποιηθεί καμιά επιλογή, ο Rajoy θα αναγκαστεί να ζητήσει νέες εκλογές. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η πλειοψηφία των Ισπανών θέλει να συμφωνήσουν τα κόμματα σε μια συμμαχία, αντί να γίνουν νέες εκλογές.
ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ
Όπως ήταν αναμενόμενο, όλη συζήτηση περί ανεξαρτησίας στην Καταλονία φέρνει στο νου τον περσινό επικό αγώνα για την ανεξαρτησία της Σκωτίας [6]. Παρά το πικρό αποτέλεσμα για τους Σκώτους εθνικιστές, το δημοψήφισμα για την ανεξαρτησία της Σκωτίας είναι η πηγή έμπνευσης για τους Καταλανούς. Ωστόσο, υπάρχουν πολλοί σοβαροί λόγοι να πιστεύουμε ότι οι Καταλανοί αντιμετωπίζουν πολύ πιο έντονο αγώνα για την ανεξαρτησία από ό, τι έκαναν ποτέ οι Σκωτσέζοι. Κατ’ αρχήν, ένα νομικά δεσμευτικό δημοψήφισμα, το κύριο όχημα για την ενδεχόμενη ανεξαρτησία της Σκοτίας, δεν αποτελεί μια ρεαλιστική επιλογή για την Καταλονία. Η Μαδρίτη έχει στην διάθεσή της ένα μεγάλο οπλοστάσιο εργαλείων για να εμποδίσει οποιαδήποτε δημοψήφισμα για την ανεξαρτησία της Καταλονίας, συμπεριλαμβανομένου, ιδίως, του συντάγματος της Ισπανίας, το οποίο απαγορεύει ρητά την άσκηση αυτοδιάθεσης από οποιαδήποτε περιοχή στην Ισπανία.
Πράγματι, το περασμένο φθινόπωρο, το Συνταγματικό Δικαστήριο, το ανώτατο δικαστήριο της Ισπανίας, έκρινε ότι οποιαδήποτε μονομερής κίνηση προς την ανεξαρτησία της Καταλονίας θα ήταν αντισυνταγματική. Για να κάνει την επιλογή αυτή, το δικαστήριο στηρίχθηκε στο δεύτερο τμήμα του συντάγματος, το οποίο υποστηρίζει ότι η ισπανική εθνική επικράτεια είναι «αδιαίρετη», ενώ αναγνωρίζει το δικαίωμα στην περιφερειακή αυτοδιοίκηση. Από την μετάβαση στην δημοκρατία, η παραχώρηση αυτή έχει ανοίξει το δρόμο για την ανάπτυξη της περιφερειακής διακυβέρνησης, ειδικά στις λεγόμενες ιστορικές περιοχές -την Καταλωνία, την Χώρα των Βάσκων και την Γαλικία- οι οποίες είχαν εξασφαλίσει μια διευθέτηση αυτονομίας (ή ήταν στην διαδικασία της εξασφάλισης μιας τέτοιας, όπως στην περίπτωση της Γαλικίας) από την κεντρική κυβέρνηση στην Μαδρίτη κατά την διάρκεια της δεύτερης Δημοκρατίας. Ο Franco ακύρωσε αυτές τις συμφωνίες στο τέλος του Εμφυλίου Πολέμου το 1939.
Η Μαδρίτη μπορεί επίσης να εμποδίσει την ψηφοφορία ανεξαρτησίας στην Καταλονία δουλεύοντας μέσω του εθνικού κοινοβουλίου, το οποίο θα πρέπει να εγκρίνει οποιαδήποτε δημοψήφισμα για την ανεξαρτησία της Καταλονίας ή οποιασδήποτε άλλης περιοχής. Υπάρχει μια ιστορία με τις ισπανικές κυβερνήσεις, τόσο από τα αριστερά όσο και από τα δεξιά, που χρησιμοποιούν το Κοινοβούλιο για να εμποδίσουν αποσχιστικά κινήματα. Κατά τα μέσα της πρώτης δεκαετίας του 2000, η σοσιαλιστική κυβέρνηση του πρωθυπουργού Χοσέ Λουίς Ροντρίγκεθ Θαπατέρο χρησιμοποίησε μια σειρά από κοινοβουλευτικές ψηφοφορίες για να εκτροχιάσει μια κίνηση για την ανεξαρτησία της Χώρας των Βάσκων. Το περασμένο φθινόπωρο, η διοίκηση Rajoy εξασφάλισε μια ψήφο στο κοινοβούλιο, που κήρυττε οποιοδήποτε καταλανικό δημοψήφισμα ως παράνομο και μη δεσμευτικό. Αυτή η ψήφος είχε την υποστήριξη όλων των πολιτικών κομμάτων που εκπροσωπούνται στο κοινοβούλιο, εκτός από τα βασκικά και καταλανικά εθνικιστικά κόμματα.
Επιπλέον, η κεντρική κυβέρνηση στην Μαδρίτη θα μπορούσε πάντα να αναγκάσει την Καταλονία να εγκαταλείψει τις φιλοδοξίες της περί ανεξαρτησίας. Θα μπορούσε να λιμοκτονήσει οικονομικά την περιφερειακή κυβέρνηση, μεταξύ άλλων, μετακινώντας κρατικούς πόρους εκτός της Καταλονίας. Θα μπορούσε να μετακινήσει τον εθνικό στρατό στην περιοχή για να εκφοβίσει την τοπική κυβέρνηση και να εξασφαλίσει υποσχέσεις από ξένα κράτη και την Ευρωπαϊκή Ένωση ότι δεν θα αναγνωρίσουν μια ανεξάρτητη Καταλονία. Αν όλα τα άλλα αποτύχουν, η Μαδρίτη θα μπορούσε να κάνει την πυρηνική επιλογή: Να ακυρώσει εντελώς την χάρτα της περιφερειακής αυτοδιοίκησης της Καταλονίας, κάτι που επιτρέπεται σύμφωνα με το σύνταγμα. Φυσικά, κανείς δεν αναμένει ότι στην Ισπανία η παρούσα αντιπαράθεση θα φθάσει σε οποιαδήποτε από αυτές τις λύσεις, αλλά ο Rajoy έχει καταστήσει σαφές ότι θα χρησιμοποιήσει κάθε αναγκαίο μέσο για την προστασία της ακεραιότητας του έθνους. «Δεν θα επιτρέψω τίποτα που θα μπορούσε να βλάψει την ενότητα και την κυριαρχία της Ισπανίας», δήλωσε ο Rajoy, καθώς οι Καταλανοί ήταν έτοιμοι να ψηφίσουν έναν νέο αυτονομιστή ηγέτη.
ΕΝΑΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΣ ΚΟΣΜΟΣ
Ένα μεγαλύτερο εμπόδιο για την καταλανική ανεξαρτησία είναι ο βυζαντινικός κόσμος της πολιτικής της Καταλονίας. Ο πρόσφατος πικρός αγώνας για τον πολιτικό έλεγχο της περιοχής, ο οποίος σχεδόν εκτροχίασε την τρέχουσα προσπάθεια για την ανεξαρτησία, σε γενικές γραμμές αποδεικνύει τον χαρακτηρισμό. Στις καταλανικές περιφερειακές εκλογές του 2015, η αυτονομιστική συμμαχία, η οποία αποτελείται από τέσσερα διαφορετικά κόμματα τόσο από τα δεξιά όσο και από τα αριστερά, υπολειπόταν λίγων κοινοβουλευτικών εδρών για να σχηματίσει κυβέρνηση, εξαναγκάζοντάς την σε μια συμφωνία με την Υποψηφιότητα της Λαϊκής Ενότητας (CUP), ένα μικρό, ακρο-αριστερό κόμμα του οποίου η πλατφόρμα είναι τόσο έξω από το πολιτικό ρεύμα που ζητά την απόσυρση της Ισπανίας από το ΝΑΤΟ και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Το CUP είναι επίσης σε αντίθεση με το ως επί το πλείστον συντηρητικό οικονομικό πρόγραμμα των αυτονομιστών.
Για να προσελκύσουν υποστήριξη από το CUP, οι αυτονομιστές υιοθέτησαν μερικά στοιχεία από οικονομικό πρόγραμμα του κόμματος, όπως η παροχή βοήθειας σε όσους παλεύουν για να πληρώσουν τις υποθήκες τους. Αλλά ακόμα και αυτό δεν έφτασε. Εκείνο που ήθελε περισσότερο το CUP ήταν η παραίτηση του Artur Mas ως κορυφαίου εκτελεστικού ηγέτη της Καταλονίας. Ο Mas ηγήθηκε της Καταλονίας από το 2010 και αναμενόταν να οδηγήσει τον αγώνα της ανεξαρτησίας μετά το 2015, αλλά το CUP τον έβλεπε ως διεφθαρμένο, αναξιόπιστο, και πάρα πολύ άνετο με τους τοπικούς και εξωτερικούς δρώντες που έφεραν την Ισπανία στο χείλος της οικονομικής καταστροφής το 2011 [7 ]. Για να αποτρέψει το CUP από το να φύγει από τον συνασπισμό, κάτι που θα είχε ως αποτέλεσμα νέες εκλογές, την τελευταία στιγμή, η αυτονομιστική συμμαχία ανεπίσημα απαλλάχθηκε από τον Mas. Τον αντικατέστησε με τον Puigdemont, τότε δήμαρχο της Girona, μιας πόλης βόρεια της Βαρκελώνης που θεωρείται γενικά ως η πιο αυτονομιστική μεταξύ των καταλανικών πόλεων, ο οποίος δεν είχε καμία εμπειρία στην αντιμετώπιση της Μαδρίτης.
Το δράμα για την ηγεσία της κυβέρνησης της Καταλονίας αποκαλύπτει την ευρύτερη αστάθεια στο εσωτερικό του συνασπισμού, δεδομένου ότι διάφορα μέλη της συχνά εργάζονται για αντιθετικούς σκοπούς. Πράγματι, η ενότητα της συμμαχίας κρέμεται από μια κλωστή. Στην ψηφοφορία που έφερε στην εξουσία τον Puigdemont, 70 τάχθηκαν υπέρ, 63 ήταν κατά και δύο απείχαν. Επιπλέον, ο Puigdemont είναι σκληροπυρηνικός της ανεξαρτησίας, αρκετά σε αντίθεση με τον ρεαλιστή Mas. Αυτό μπορεί να κάνει περισσότερο κακό παρά καλό, δεδομένου ότι δεν είναι αυτονόητο συμπέρασμα ότι η πλειοψηφία των Καταλανών είναι υπέρ της ανεξαρτησίας. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η πλειοψηφία των Καταλανών επιθυμούν να παραμείνουν κομμάτι της Ισπανίας, παρ’ όλο που ευνοούν μια μεγαλύτερη αυτονομία. Έτσι, όπως πρώτοι οι αυτονομιστές παραδέχονται, κάθε επιτυχημένη προσπάθεια προς την ανεξαρτησία εξαρτάται από το να πείσουν εκείνους που σήμερα είναι αναποφάσιστοι. Οι τακτικές του Puigdemont, όπως είναι η επίδειξη έλλειψης σεβασμού προς το στέμμα στην τελετή ορκωμοσίας του, θα μπορούσαν κάλλιστα να χρησιμεύσουν για να υπονομευθεί αυτή η προσπάθεια.
Το Podemos [8] και το Ciudadanos, τα νέα αστέρια του ισπανικού πολιτικού στερεώματος, πρόσθεσαν ακόμα ένα επίπεδο πολυπλοκότητας και μη προβλεψιμότητας στην καταλανική πολιτική. Αυτά τα κόμματα κατευθύνουν το κίνημα κατά της διαφθοράς που συγκλόνισε το πολιτικό κατεστημένο της Ισπανίας, περιλαμβανομένου του εθνικιστικού κινήματος της Καταλονίας, από την εποχή της οικονομικής κρίσης. Ο Jordi Pujol, ο πατέρας του καταλανικού εθνικισμού στην μετά-Φράνκο εποχή (ο ίδιος και ο συνασπισμός του της Σύγκλισης και Ένωσης κυβέρνησαν την Καταλονία από το 1980 ως το 2003 και συνεργάστηκαν συχνά με τα εθνικά κόμματα στην Μαδρίτη για την επέκταση της περιφερειακής αυτονομίας), πρόσφατα παραδέχθηκε ότι έκρυβε εκατομμύρια ευρώ σε offshore λογαριασμούς, έχοντας αρχικά διαψεύσει ότι υπήρχαν τέτοιοι λογαριασμοί. Αμφότεροι οι νεοφερμένοι είναι παίκτες ισχύος στην καταλανική πολιτική: Το Podemos ελέγχει την εκλογικά πλούσια Βαρκελώνη, την λαμπερή πρωτεύουσα της Καταλονίας, και το Ciudadanos είναι η δεύτερη πολιτική δύναμη στο κοινοβούλιο της Καταλονίας (μετά τους αυτονομιστές), όπου ελέγχει 25 έδρες. Κανένα από αυτά τα κόμματα δεν είναι υπέρμαχο της καταλανικής ανεξαρτησίας.
Το εδρεύον στην Μαδρίτη Podemos δεσμεύεται μόνο στην υποστήριξη ενός δημοψηφίσματος για την ανεξαρτησία της Καταλονίας, όχι στην ίδια την ανεξαρτησία. Η στήριξη αυτή μπορεί να θυσιαστεί στον βωμό της πολιτικής σκοπιμότητας εάν το Podemos συμμαχήσει με το PSOE για να σχηματίσουν μια νέα κυβέρνηση στην Μαδρίτη. Το Ciudadanos, το οποίο εδρεύει στην Βαρκελώνη, στην πραγματικότητα αντιτίθεται στην ανεξαρτησία της Καταλονίας. Η στάση αυτή, μαζί με το κεντροδεξιό πολιτικό προφίλ του κόμματος, το κάνει μια ιδανική δύναμη για να συμμετάσχει σε μια κυβέρνηση της οποίας θα ηγείται είτε ΡΡ είτε το PSOE. Η δυναμική του Ciudadanos για να παίζει το ρόλο του μεσίτη ισχύος στην εθνική πολιτική σκηνή επιδείχθηκε στην επαναλειτουργία του ισπανικού κοινοβουλίου στις 11 Ιανουαρίου. Το κόμμα συμπορεύθηκε με το PSOE σε ένα σύμφωνο για την εκλογή του Patxi López, ενός παλιού σοσιαλιστή που υπηρέτησε ως πρόεδρος της Χώρας των Βάσκων από το 2009 ως το 2012, ως τον επόμενο Πρόεδρο της Βουλής. Το PP απείχε από το να θέσει δικό του υποψήφιο, υποστηρίζοντας εμμέσως σύμφωνο PSOE-Ciudadanos για τον πρόεδρο του κοινοβουλίου. Αυτή είναι η πρώτη φορά μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας που ο πρόεδρος δεν είναι από το κόμμα της πλειοψηφίας των κοινοβουλευτικών εδρών.
ΜΙΑ ΑΣΥΜΜΕΤΡΗ ΣΥΜΜΑΧΙΑ
Τελικά, η καταλανική ανεξαρτησία φαίνεται απίθανη, διότι οι αυτονομιστικές μάχες στην Ισπανία ιστορικά έχουν οδηγηθεί λιγότερο από την επιθυμία για ανεξαρτησία σε σύγκριση με τον πιο ρεαλιστικό στόχο της διευρυμένης αυτονομίας -ιδιαίτερα στην Καταλονία. Κατά την διάρκεια της βασιλείας Pujol στο πηδάλιο της καταλανικής κυβέρνησης, όλη η πολιτική της Καταλονίας ήταν να κρατηθούν οι αυτονομιστές σε μια απόσταση και να εξασφαλιστεί η καλύτερη συμφωνία αυτονομίας από την Μαδρίτη. Ακόμα κι αν το σημερινό αδιέξοδο μεταξύ Μαδρίτης και Καταλονίας μπορεί να αποδοθεί στην θέσπιση, το 2006, του Nou Estatut, ή αλλιώς Νέο Καταστατικό, μια αναμόρφωση της καταλανικής χάρτας της αυτονομίας που αναφέρεται στην Καταλονία ως «έθνος», αυτό που έφερε την σημερινή κρίση σε σημείο βρασμού ήταν η απροθυμία της κυβέρνησης του Rajoy να ικανοποιήσει το αίτημα των Καταλανών για μεγαλύτερο έλεγχο των οικονομικών τους.
Αν μη τι άλλο, το συνεχές κίνητρο για αυτονομία τροφοδοτείται από τις ατέλειες και τις αδυναμίες του υφιστάμενου συστήματος των αυτόνομων κυβερνήσεων της Ισπανίας. Όταν δημιουργήθηκε το σύστημα, μετά τον θάνατο του Φράνκο, η χώρα θέσπισε έναν εξαιρετικά αμφιλεγόμενο συνταγματικό συμβιβασμό μεταξύ των περιφερειών που απαιτούν αυτονομία, με επικεφαλής την Χώρα των Βάσκων και την Καταλονία, και μιας κεντρικής διοίκησης που, ακόμα διαποτισμένη με τα οράματα του Φράνκο για μια πολιτισμικά ομοιογενή Ισπανία, αντιτάχθηκε εντονότατα στον φεντεραλισμό. Στο επίκεντρο του συμβιβασμού ήταν ότι η Ισπανία θα διατηρήσει την παραδοσιακή δομή του ενιαίου κράτους (στο σύνταγμα του 1978 αποφεύγεται επιμελώς ο όρος «φεντεραλισμός»), αλλά οι περιφέρειες θα πρέπει να δικαιούνται να υποβάλλουν χωριστή αυτονομία από την κεντρική κυβέρνηση, μια διαδικασία που κατέληξε το 1981 με την δημιουργία ενός συστήματος 17 αυτόνομων περιοχών. Τον συμβιβασμό στέριωνε μια μακρά ιστορία αποτυχημένων προσπαθειών για την αποκέντρωση της Ισπανίας. Στον 19ο αιώνα και κατά την διάρκεια της Δεύτερης Δημοκρατίας, η προσπάθεια αυτή οδήγησε σε εμφύλιους πολέμους. Μετά τον Φράνκο, ένα παρόμοιο αποτέλεσμα φαινόταν πιθανό. Η χορήγηση αυτονομίας στους Καταλανούς και τους Βάσκους πυροδότησε ένα αποτυχημένο στρατιωτικό πραξικόπημα τον Φεβρουάριο του 1981, την πιο σοβαρή απειλή για την δημοκρατία στην Ισπανία μετά την εκδημία του Φράνκο.
Η αποσπασματική αποκέντρωση της Ισπανίας οδήγησε σε μια διαδικασία που υπαγορεύεται περισσότερο από την πολιτική παρά από την λογική, με την κάθε περιοχή να έχει την δική της χάρτα αυτονομίας με την κεντρική κυβέρνηση και το δικό της εύρος περιφερειακών δυνάμεων. Έτσι, ορισμένες περιοχές, ιδίως η Χώρα των Βάσκων, απολαμβάνει ένα εξαιρετικό επίπεδο αυτονομίας, το οποίο έχουν εξασφαλίσει όλα αυτά τα χρόνια εξαναγκάζοντας, ακόμη και δωροδοκώντας την κεντρική κυβέρνηση. Για παράδειγμα, μόνοι μεταξύ των περιφερειών, οι Βάσκοι επιτρέπεται να συλλέγουν και να διαχειρίζονται τους δικούς τους φόρους. Η πλειοψηφία [των περιφερειών], συμπεριλαμβανομένης της Ανδαλουσίας, της πιο πυκνοκατοικημένης περιοχής της Ισπανίας, έχουν περιορισμένη αυτονομία και επιχορηγούνται από την Μαδρίτη, ως σαν να είναι αποικιακές κτήσεις. Αυτή η ασυμμετρία στην αυτονομία μεταξύ των διαφόρων περιφερειών ενθαρρύνει σταθερές διαπραγματεύσεις με το κράτος για μεγαλύτερη αυτονομία, καθώς και συγκρουσιακές θέσεις μεταξύ των περιφερειακών ηγετών και της Μαδρίτης, με τους περιφερειακούς ηγέτες συχνά να ενεργούν ως θύματα μιας καταπιεστικής κεντρικής κυβέρνησης. Από αυτή την άποψη, η πρόσφατη έκρηξη των αυτονομιστικών απαιτήσεων στην Καταλονία δεν είναι καθόλου απροσδόκητη. Στην πραγματικότητα, είναι αυτό που οι Ισπανοί έχουν μάθει να περιμένουν.
ΩΡΑ ΓΙΑ ΦΕΝΤΕΡΑΛΙΣΜΟ
Ένα πλήρες άλμα προς τον φεντεραλισμό, ο οποίος θα επιτρέψει σε κάθε περιφέρεια της Ισπανίας σημαντικές διοικητικές ευθύνες και το ίδιο επίπεδο αυτονομίας από την κεντρική κυβέρνηση, έχει περισσότερο νόημα για την χώρα, ιδιαίτερα τώρα που τα φαντάσματα του εμφυλίου πολέμου και της δικτατορίας του Φράνκο έχουν εξορκιστεί πλήρως. Αλλά υπάρχουν μείζονα εμπόδια σε αυτόν τον δρόμο. Κατ’ αρχήν, το σύνταγμα θα πρέπει να τροποποιηθεί πριν να μπορέσει να επιβληθεί μια ομοσπονδιακή δομή. Από το 1978, αυτό έχει συμβεί μόνο δύο φορές: Για να επιτρέψει στους πολίτες της ΕΕ το δικαίωμα να συμμετέχουν στις τοπικές εκλογές, και για να εισαγάγει ένα ανώτατο όριο για το δημόσιο έλλειμμα. Επιπλέον, υπάρχει έλλειψη πολιτικής βούλησης εκ μέρους των μεγάλων πολιτικών κομμάτων να επιδιώξουν τον φεντεραλισμό. Το PP, το οποίο μόλις που ανέχεται το ισχύον σύστημα της περιφερειακής αυτονομίας, θα κάνει ό, τι μπορεί για να σταματήσει κάθε προσπάθεια ομοσπονδιοποίησης, που την βλέπει ως ένα βήμα πιο κοντά στην διάλυση της Ισπανίας. Παρότι είναι ένας ιστορικός υπερασπιστής του φεντεραλισμού, το PSOE δεν έχει κάνει κανένα βήμα για να τον προωθήσει στα πολλά χρόνια που έχει κυβέρνησε την χώρα στην μετά-Φράνκο εποχή.
Όλως περιέργως, στον συγκεχυμένο κόσμο της ισπανικής αυτονομιστικής πολιτικής, τα μεγαλύτερα εμπόδια στον φεντεραλισμό είναι οι ίδιες οι περιφέρειες. Το 1982, όταν η σοσιαλιστική διοίκηση του Felipe González Márquez προσπάθησε με τον Νόμο για την Εναρμόνιση της Διαδικασίας Αυτονόμησης να εξομαλύνει τις διαφορές στην αυτονομία μεταξύ των περιφερειών, οι κυβερνήσεις των Καταλανών και των Βάσκων πήγαν την κεντρική κυβέρνηση στο δικαστήριο, υποστηρίζοντας ότι η ισότητα στην αυτονομία μεταξύ των περιφερειών θα παραβίαζε το συνταγματικό καθεστώς τους ως «ιστορικές» περιοχές. Η αιτιολόγησή τους ήταν ότι αν κάθε περιοχή στην Ισπανία είχε το ίδιο επίπεδο αυτονομίας, η μοναδικότητά τους θα καταστεί μη αναγνωρίσιμη. Το Συνταγματικό Δικαστήριο προφανώς συμφώνησε με την συλλογιστική αυτή, επιτρέποντας στην άνιση αυτονομία να επιμείνει και μάλιστα να αυξηθεί κατά τα επόμενα έτη.
Αλλά έχει έρθει η ώρα για τους Ισπανούς περιφερειακούς και εθνικούς ηγέτες να επανεξετάσουν την αποστροφή τους προς τον φεντεραλισμό, διότι είναι σαφές ότι το σημερινό σύστημα της περιφερειακής αυτονομίας, αν και μια χρήσιμη διευθέτηση για να βγάλει το έθνος από την δικτατορία του Φράνκο και από τα χρόνια της μετάβασης, δεν εξυπηρετεί πλέον τις περιφέρειες ή το κεντρικό κράτος. Στην πραγματικότητα, όπως δείχνει η σημερινή αντιπαράθεση στην Καταλονία, υπονομεύει και τα δύο.
ΠΗΓΗ: http://foreignaffairs.gr/articles/70674/omar-g-encarnacion/apoxairetismos-stin-katalonia?page=show
Copyright © 2016 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου