Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2015

Η Ρωσία ως στρατηγική πρόκληση για την ΕΕ


Το 2003 ο Ρώσος πρόεδρος Vladimir Putin περιέγραψε την ΕΕ ως “τον φυσικό, πιο σημαντικό μας εταίρο, συμπεριλαμβανομένης και της πολιτικής σφαίρας”. Ωστόσο, η Ρωσία φαίνεται να έχει αλλάξει την θεωρία της αναφορικά με το τι είδους χώρα θέλει να είναι, και παλαιότερα ερωτήματα για την Ευρώπη, θέτονται τώρα σε ένα νέο πλαίσιο. Οι ηγέτες της ΕΕ το θεωρούν αυτό ως μέρος του δικού τους καθήκοντος για να φέρουν την αλλαγή στη Ρωσία; Θα πρέπει η ΕΕ να επιδιώξει μια σχέση συναλλαγής, βασισμένη σε μια ρεαλιστική συνεργασία όπου υπάρχει αμοιβαίο συμφέρον; Ή θα πρέπει να προστατευθεί από τις αρνητικές συνέπειες των πράξεων μιας όλο και αποξενωμένης Ρωσίας;

Αναπτύσσοντας μια ενιαία στρατηγική της ΕΕ απέναντι στη Ρωσία

Η κριτική με στόχο την Ύπατη Εκπρόσωπο της ΕΕ για θέματα Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφάλειας, Frederica Mogherini, σχετικά με τον τόνο και το περιεχόμενο ενός εγγράφου σχετικάμε τις σχέσεις με την Ρωσία που συζητήθηκε προσφάτως από τους υπουργούς Εξωτερικών της ΕΕ, είναι, τουλάχιστον εν μέρει, σε λάθος κατεύθυνση. Το έγγραφο δεν υποστήριζε ότι είναι περιεκτικό, αλλά ήταν απλώς ένα μέρος της διαδικασίας “έναρξης” μιας στρατηγικής συζήτησης για τις σχέσεις ΕΕ-Ρωσίας, που είχε συγκληθεί από τα κράτη-μέλη. Οι σχέσεις με την Ρωσία θα οδηγηθούν κυρίως από την διακυβερνητική συνεργασία, και ο εντοπισμός των βασικών αξόνων δράσης θα αφορά το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο.

Σε αυτό το πλαίσιο, ο νέος Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Donald Tusk, έχει επισημάνει ότι μια επαρκής, συνεπής και ενιαία στρατηγική έναντι της Ρωσίας, είναι μια προϋπόθεση για μακροπρόθεσμες λύσεις σε έναν αριθμό πιεστικών ζητημάτων ασφαλείας. Η παρέμβαση του Tusk είναι έγκαιρη και κατάλληλη, και μια καλή ένδειξη ότι θα προσπαθήσει να πετύχει τον αρχικό στόχο πίσω από τη θέση που τηρεί τώρα, δηλαδή, την ενίσχυση της φωνής της ΕΕ και την αύξηση του αντίκτυπού της.

Ο Tusk προχώρησε ακόμη παραπέρα και έδωσε έμφαση στο γεγονός ότι η ΕΕ χρειάζεται να σκεφτεί σε ένα μεγαλύτερο χρονικό πλαίσιο, χρόνων όχι μηνών, όταν εξετάζει το πώς θα προσεγγίσει την Ρωσία. Ότι η προσέγγιση θα πρέπει να βασίζεται σε μια αξιολόγηση  της συνολικής ρωσικής προσέγγισης στην Ευρώπη, αντί μιας απάντησης σε συγκεκριμένες εξελίξεις σε απομόνωση. Και ότι η αξιολόγηση της ΕΕ δεν θα πρέπει να είναι πολύ αισιόδοξη.

Η προσέγγιση που προτάθηκε από τον Tusk είναι πλήρως συμβατή με τον τρόπο που οι ηγέτες της ΕΕ έχουν ήδη περιγράψει την βάση για τις βασικές αποφάσεις πολιτικής. Οι ηγέτες της ΕΕ έχουν αναγνωρίσει την ευθύνη τους για την παροχή ενιαίων στρατηγικών στόχων και ενός σαφούς ενιαίου οράματος του τι θέλει συλλογικά η ΕΕ να πετύχει σε οποιαδήποτε δεδομένη περιοχή ή για οποιοδήποτε συγκεκριμένο θέμα.

Το τρέχον μοντέλο συμπεριφοράς της Ρωσίας έχει επισημανθεί ως ασύμβατο με τους κανόνες, τις αξίες και τους νόμους που συνθέτουν την ευρωπαϊκή τάξη ασφάλειας -στο σημείο που οι ηγέτες της ΕΕ υποστηρίζουν ότι οι σχέσεις με την Ρωσία δεν μπορούν να είναι “business as usual”. Ωστόσο, δεν είναι προφανές πώς οι Ευρωπαίοι ηγέτες μπορούν να συμφωνήσουν σε μια θετική, προσανατολισμένη στην δράση προσέγγιση βασισμένη σε μια κοινή άποψη για το τι θέλουν να πετύχουν στην σχέση με την Ρωσία, ή πώς σκοπεύουν να καταστήσουν οποιαδήποτε συμφωνηθείσα στρατηγική, λειτουργική.

Μελλοντικές πορείες δράσης για την ΕΕ

Μπορεί να ληφθούν υπόψη τρεις τουλάχιστον μελλοντικές πορείες. Πρώτον, η ΕΕ μπορεί να υιοθετήσει τη στάση ότι, υπό τις παρούσες συνθήκες, θα ήταν καλύτερο να διατηρήσει το status quo.  Μετά από τβ συνεδρίαση του Δεκεμβρίου 2014, ο Tusk ήταν επικριτικός έναντι της πολιτικής της ΕΕ, η οποία ουσιαστικά “οδηγείται από τις εξελίξεις¨. Ωστόσο, η συνέχιση της παρακολούθησης των ρωσικών ενεργειών, στη συνέχεια η αντίδραση σε αυτές στη βάση της κάθε περίπτωσης χωριστά, είναι η προσέγγιση η οποία είναι η λιγότερο πιθανό να προκαλέσει κλιμάκωση των εντάσεων με τη Ρωσία ή περαιτέεω επιδείνωση στο ευρύτερο περιβάλλον ευρωπαϊκής ασφάλειας.

Μια παραλλαγή -ή ίσως μια διάσταση- αυτής της απαραίτητης αντιδραστικής προσέγγισης, θα περιλαμβάνει την προετοιμασία για τις εν δυνάμει συνέπειες των εξελίξεων που η Ρωσία δεν σχεδιάζει ή δεν σκοπεύει. Για παράδειγμα, οι τρέχουσες οικονομικές και πολιτικές τακτικές της Ρωσίας, θα μπορούσαν σύμφωνα με κκάποιες αναλύσεις, να είναι μη βιώσιμες. Η ΕΕ πρέπει να είναι προετοιμασμένη για τις συνέπειες αυτών των μη προγραμματισμένων αλλαγών που θα μπορούσαν να ξεδιπλωθούν γρήγορα και με απρόβλεπτους τρόπους.

Δεύτερον, μπορεί να ζητηθεί μια πιο ενεργητική -και κάπως συγκρουσιακή- προσέγγιση. Είναι πολύ απίθανο ότι η τρέχουσα ρωσική ηγεσία μπορεί να πειστεί να συμπεριφερθεί με τρόπους σύμφωνους με την ευρωπαϊκή αντίληψη για το τι είναι κατάλληλο εντός της τρέχουσας ευρωπαϊκής τάξης ασφάλειας. Μπορεί να χρειαστεί να αντιμετωπιστεί ό,τι θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως “πουτινισμός” και να υπερβληθεί ως το τελευταίο μεγάλο εμπόδιο για την επίτευξη μιας Ευρώπης “που είναι πλήρης, ελεύθερη και ειρηνική”. Ωστόσο, το να ακολουθηθεί ένα τέτοιο μονοπάτι, σημαίνει ότι τα πράγμα μπορεί να επιδεινωθούν προτού βελτιωθούν. Θα ήταν σχεδόν αναπόφευκτη μια ρωσική απάντηση και μια περαιτέρω επιδείνωση στο ευρωπαϊκό περιβάλλον ασφάλειας.

Μια τρίτη επιλογή θα ήταν να ληφθούν υπόψη τα ρωσικά σχέδια για την ευρύτερη ευρωπαϊκή τάξη ασφάλειας. Μια περίπτωση θα ήταν σίγουρα ότι σε αρκετές χώρες “ανατολικά της Βιέννης”, η τρέχουσα ρωσική θεώρηση των πραγμάτων είναι ευρέως σύμφωνη με τις προοπτικές των ισχυουσών πολιτικών ελίτ. Η ΕΕ θα μπορούσε να υποστηρίξει την ρωσική πρόταση ότι η ευρύτερη Ευρώπη θα πρέπει να θεωρείται ως ένας χώρος στον οποίο συνυπάρχουν περισσότερες από δύο γεωπολιτικές ζώνες και να εστιάζει την ενέργειά της, πρώτο και κύρια στην εσωτερική δυναμική της ΕΕ και των στενών συνεργατών. Ωστόσο, η κρίσιμη απάντηση στο έγγραφο σχετικά με τις σχέσεις με την Ρωσία, είχε κατά κύριο λόγο στόχο τα μέρη εκείνα που φαίνεται να δείχνουν προς αυτή την κατεύθυνση.

Η ανάγκη για ενασχόληση με την Ρωσία

Κάθε ένα από αυτά τα “μονοπάτια” οδηγούν σε πολλές κατευθύνσεις και ως εκ τούτου θα απαιτούσε ένα συγκεκριμένο σύνολο θέσεων και δράσεων από την ΕΕ. Όλα αυτά απαιτούν επίσης κάποια μορφή δέσμευσης και διαλόγου με την Ρωσία -κάτι που διατηρήθηκε ακόμη και στις πιο δύσκολες περιόδους του ψυχρού πολέμου. Ωστόσο, η μορφή και το περιεχόμενο θα είναι πολύ διαφορετικά, ανάλογα με την προσέγγιση που θα επιλεγή.

Το πρόβλημα για τον πρόεδρο Tusk στην προσπάθειά του να προάγει μια ενιαία στρατηγική έναντι της Ρωσίας, είναι ότι και οι τρεις γενικές γραμμές δράσης που αναφέρονται πιο πάνω -αντίδραση, αντιμετώπιση, ενσωμάτωση- θα είχαν τους υποστηρικτές τους εντός της ΕΕ, και η ομοφωνία μεταξύ των κρατών-μελών δεν είναι απαραίτητη μόνο στο σημείο της απόφασης. Ο δρόμος που θα επιλεγεί θα πρέπει να είναι βιώσιμος μακροπρόθεσμα, και συμβατός με τις επιλογές που γίνονται από τα κράτη εντός του διατλαντικού πλαισίου.

Προκειμένου να επιτευχθεί σημαντική πρόοδος, φαίνεται πως είναι αναπόφευκτο ότι, βήμα-βήμα, τα κράτη-μέλη της ΕΕ θα μεταβιβάσουν την εξουσία στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο για να αποφασίσει την ευρύτερη προσέγγιση που θα ληφθεί έναντι της Ρωσίας, αποδεχόμενα επίσης ότι οι αποφάσεις θα ακολουθούν κυρίως τις συστάσεις από έναν υπό-όμιλο κρατών, δηλαδή εκείνοι που θα επηρεαστούν περισσότερο από τις συνέπειες της απόφασης, υπό την de facto ηγεσία του μεγαλύτερου (και με την μεγαλύτερη επιρροή) κράτους, την Γερμανία.

του Ian Anthony


ΑΠΟΔΟΣΗ:www.capital.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου