Σάββατο, 21 Φεβρουαρίου 2015

Γιατί αποτυγχάνει η καταπολέμηση του εξτρεμισμού

Το 2014, ως ομιλήτρια σε ένα συνέδριο για την αντιμετώπιση του βίαιου εξτρεμισμού, αναγκάστηκα να πάρω τους διοργανωτές παράμερα για μια άβολη συζήτηση σχετικά με μια δημοσίευση στον λογαριασμό μου στο Twitter. Λίγο πριν παρουσιαστώ, ένας υποστηρικτής του Ισλαμικού Κράτους του Ιράκ και της al-Sham (ISIS) μου έγραψε δημοσίως: «Σκότωσέ τους, έχεις την εμπιστοσύνη τους». Η λογική του ήταν απλή: Το συνέδριο θα ήταν η τέλεια ευκαιρία για εμπλοκή σε μαζικές δολοφονίες, γιατί αυτό θα ήταν κάτι που κανείς δεν θα μπορούσε να προβλέψει. Ήξερε ότι το συνέδριο περιελάμβανε μια σειρά ανθρώπων που, όπως εγώ, εργάζονται καθημερινά για την καταπολέμηση της εξτρεμιστικής προπαγάνδας που κυκλοφορεί στο διαδίκτυο από ανθρώπους σαν κι εκείνον.
Στιγμιότυπο μασκοφόρου που φέρεται να μιλά με βορειοαμερικανική προφορά σε ένα βίντεο που κυκλοφόρησε από μαχητές του ISIS τον Σεπτέμβριο του 2014. (FBI Handout / Courtesy Reuters)

Τέτοια περιστατικά -το να γίνεται κανείς μάρτυρας στην στόχευση κάποιων ανθρώπων για να συμμετάσχουν σε βίαιες δραστηριότητες ή να προβαίνουν σε απειλές μέσω των μέσων μαζικής δικτύωσης- δεν είναι ασυνήθιστα για όσους δουλεύουν στον τομέα μου. Το Σάββατο, μια ακόμα επίθεση με πυροβολισμούς έλαβε χώρα, αλλά αυτήν την φορά στην Κοπεγχάγη. Στις 7 Ιανουαρίου 2015, λίγες ημέρες μετά την επίθεση στο Παρίσι στην Charlie Hebdo, στην γαλλική σατιρική εφημερίδα, ένας υποστηρικτής του ISIS είχε διακηρύξει στο Twitter, «ο προφήτης μας δεν αποτελεί αστείο. Με την βοήθεια του Αλλάχ την επόμενη φορά θα χτυπήσουμε την Δανία #CharlieHebdo». Το tweet κατέβηκε αμέσως, αλλά το ερώτημα παραμένει: Τι γίνεται για την αντιμετώπιση του βίαιου εξτρεμισμού;

Υπάρχει εκτεταμένη συζήτηση σχετικά με την αντιμετώπιση του βίαιου εξτρεμισμού: Βρίσκεται στο προσκήνιο της εγχώριας ατζέντας αντιτρομοκρατίας των ΗΠΑ για πολλά χρόνια και ο Λευκός Οίκος θα συνεδριάσει από τις 17 - 19 Φεβρουαρίου για το θέμα. Αλλά, όπως η τρομοκρατία, ο όρος αυτός δεν γίνεται καθολικά αποδεκτός, παρά το γεγονός ότι περιλαμβάνεται στις πολιτικές ντιρεκτίβες σε ολόκληρο τον κόσμο, καθώς και στο ψήφισμα 2178 του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών [1], καταδικάζοντας τον βίαιο εξτρεμισμό. Το 2011 και το 2013, η Ουάσιγκτον εξέδωσε μια σειρά από πολιτικές κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με πιθανές στρατηγικές, αλλά μέχρι σήμερα δεν έχει παράσχει μια ορισμένη έννοια. Προσωπικά ορίζω την «αντιμετώπιση του βίαιου εξτρεμισμού» ως: «Την χρήση μη-καταναγκαστικών μέσων για να αποτρέψουν την κινητοποίηση ατόμων ή ομάδων προς την βία και να μετριάσουν τις στρατολογήσεις, την υποστήριξη, την διευκόλυνση ή την εμπλοκή σε τρομοκρατία με ιδεολογικά κίνητρα από μη κρατικούς φορείς για την προώθηση πολιτικών στόχων».
Αυτά τα «μέσα» μπορούν τυπικά να αναλυθούν [2] σε τέσσερα τεμνόμενα τμήματα: Την πρόληψη της ριζοσπαστικοποίησης, την παρέμβαση εξ ονόματος των ατόμων που έχουν ριζοσπαστικοποιηθεί, την αποτροπή ή την εύρεση και δίωξη όσων έχουν εμπλακεί σε εγκληματική συμπεριφορά, και την επανένταξη στην κοινωνία όσων φυλακισμένων παραβατών έχουν ολοκληρώσει την ποινή τους, ή επιστρέφουν από εμπόλεμες ζώνες.
Παγκοσμίως, υπάρχουν εκατοντάδες προγράμματα κατά του εξτρεμισμού. Σε πολλές χώρες, οι επαγγελματίες επικεντρώνονται στην ενίσχυση των κοινοτήτων με σκοπό να μειώσουν την τρωτότητά τους απέναντι στην ριζοσπαστικοποίηση. Η στρατηγική του Λευκού Οίκου, για παράδειγμα, δίνει έμφαση στην πρόληψη και στην απαγόρευση. Αλλά υπάρχουν πολύ λίγες χώρες που έχουν προγράμματα που αφορούν και τις τέσσερις αυτές πτυχές -ιδιαίτερα την παρέμβαση και την επανένταξη. Ένα τέτοιο κενό έχει ως αποτέλεσμα να μην αλλάζουν συμπεριφορά τα άτομα που έχουν αρχίσει να ριζοσπαστικοποιούνται και να μην επανενσωματώνονται όσοι ενήργησαν βίαια.
ΟΙΚΟΔΟΜΩΝΤΑΣ ΕΜΠΙΣΤΟΣΥΝΗ
Όταν πρόκειται για την πρόληψη και την παρέμβαση, πολλές κυβερνητικές Υπηρεσίες των ΗΠΑ θεωρούν την εμπλοκή της κοινότητας συνώνυμη της αντιμετώπισης του βίαιου εξτρεμισμού εξαιρώντας οποιονδήποτε άλλον προγραμματισμό. Αυτή η στενή αντίληψη της αντιμετώπισης του βίαιου εξτρεμισμού θεωρεί ότι αν όλοι οι άνθρωποι που θεωρούνται επιρρεπείς είχαν καλύτερη σχέση με την κυβέρνηση, θα ήταν λιγότερο πιθανό να διαπράξουν τρομοκρατικές ενέργειες.
Επιπλέον, παρά το εύρος και το βάθος όλων των κατευθυντήριων γραμμών σχετικά με το πώς μπορεί να εμπλακεί μια κοινότητα, η εφαρμογή τους στο σύνολο της χώρας είναι άνιση στην καλύτερη περίπτωση. Επειδή τα γραφεία του γενικού εισαγγελέα των ΗΠΑ είχαν αναλάβει το έργο να ηγηθούν των προσπαθειών για την αντιμετώπιση του βίαιου εξτρεμισμού, πολλά από αυτά ήταν απρόθυμα να εμπλακούν με τις κοινότητες, καθώς η βασική τους εμπειρία μέχρι τότε είχε να κάνει με διώξεις. Αρκετοί τέτοιοι αξιωματούχοι σκέφτηκαν ότι το να κάνουν μεμονωμένες συναντήσεις με ένα μικρό υποσύνολο κοινοτικών ηγετών κάθε λίγα χρόνια θα ήταν αρκετό για να θεωρήσουν εκπληρωμένη στην λίστα των καθηκόντων τους την εμπλοκή της κοινότητας. Θυμάμαι ότι το γραφείο ενός γενικού εισαγγελέα που συνάντησα το 2014 είχε καθυστερήσει την άμεση συνάντηση με τους ηγέτες της κοινότητας για εννέα μήνες παρά τις επανειλημμένες αιτήσεις. Η συνάντηση έγινε τελικά ˑ αλλά ήταν μια από τις μόλις τρεις των τριών τελευταίων χρόνων.
Ακόμα και όταν οι συναντήσεις γίνονται τακτικά, υπάρχει το ερώτημα της αποτελεσματικότητας αυτών των συζητήσεων. Οι κρατικές Υπηρεσίες φαίνεται να πιστεύουν ότι είναι αποτελεσματικές, αλλά μερικές φορές μια τέτοια δέσμευση το μόνο που επιτυγχάνει είναι να κάνει τις κοινότητες να αισθάνονται πως βρίσκονται στο στόχαστρο. Εάν δεν υπάρχει ήδη ένα περιβάλλον εμπιστοσύνης, θα πρέπει να καλλιεργηθεί πριν συζητηθούν ευαίσθητα θέματα όπως η ριζοσπαστικοποίηση. Ωστόσο, για να οικοδομηθεί η εμπιστοσύνη με τις κοινότητες δεν αρκεί μόνο να μιλάει κανείς με τους (μερικές φορές αυτοαποκαλούμενους) ηγέτες της κοινότητας. Εκείνοι που ήταν πρόθυμοι να μιλήσουν με τις κυβερνητικές Υπηρεσίες δεν αντιπροσωπεύουν συνήθως τους ανθρώπους που θα μπορούσαν να θεωρηθούν «υψηλού κινδύνου». Οι κοινότητες που είναι λιγότερο διατεθειμένες να συμμετάσχουν, είναι συχνά εκείνες που χρειάζονται αυτήν την κοινωνική δραστηριότητα περισσότερο.
ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΠΑΝΑΚΕΙΑ
Μια άλλη πτυχή της αντιμετώπισης του βίαιου εξτρεμισμού είναι η κοινοτική αστυνόμευση [3], η οποία περιλαμβάνει την δημιουργία σχέσεων συνεργασίας με τις γειτονιές με σκοπό την συμμετοχή τους στην επίλυση προβλημάτων για την ενίσχυση της δημόσιας ασφάλειας. Η τεχνική αυτή κάποτε αναγγέλθηκε ως πανάκεια. Όμως, στην πράξη, δεν υπάρχει κάποια συνεχής κατανόηση ή εφαρμογή μιας τέτοιας στρατηγικής σε ολόκληρη την χώρα.
Πολλά αστυνομικά τμήματα θεωρούν την τοπική αστυνόμευση ως μια δίοδο για την εξεύρεση πληροφοριοδοτών με σκοπό τον εντοπισμό και όχι την πρόληψη της εγκληματικότητας. Δεδομένου ότι η ευθύνη για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας έχει μετατοπιστεί (ή πλέον μοιράζεται) από το ομοσπονδιακό επίπεδο στο τοπικό, οι τοπικοί αστυνομικοί έχουν παρακινηθεί να συλλέξουν πληροφορίες, γεγονός που μόνο υπονομεύει τις πρωτοβουλίες που αποσκοπούν στην ενθάρρυνση της κοινοτικής εμπιστοσύνης. Εν τω μεταξύ, η ομοσπονδιακή αστυνομία, η οποία διεξάγει τις περισσότερες έρευνες της χώρας για την τρομοκρατία, είναι συχνά η λιγότερο αξιόπιστη για τις κοινότητες ακριβώς λόγω του τρόπου με τον οποίο συλλέγει πληροφορίες.
Η κοινοτική αστυνόμευση επίσης θεωρεί εσφαλμένα ότι υπάρχουν γεωγραφικά καθορισμένες και συνδεδεμένες κοινότητες. Στις μεγάλες αστικές περιοχές, οι γείτονες δεν γνωρίζονται πάντα μεταξύ τους, ενώ δεν υπάρχουν σαφείς κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με το τι αποτελεί ύποπτη δραστηριότητα στο πλαίσιο των εκστρατειών «Βλέπετε κάτι, πείτε κάτι».
Για να δημιουργηθεί μια καλή σχέση μεταξύ της πρόληψης, της επιβολής του νόμου και της κοινότητας, οι μονάδες ηγεσίας και προσέγγισης των κοινοτήτων μερικών από τα μεγαλύτερα γραφεία του FBI πρέπει να αναδομηθούν. Για παράδειγμα, ορισμένα γραφεία συχνά μεταθέτουν στους αξιωματούχους τους, με αποτέλεσμα να υπάρχουν νέα πρόσωπα σχεδόν κάθε δύο χρόνια. Μέχρι οι αξιωματικοί να καλλιεργήσουν δεσμούς με την κοινότητα, έρχεται η ώρα να αναλάβουν κάποιον διαφορετικό ρόλο. Επιπλέον, η προσέγγιση της κοινότητας είναι ακόμα μονόπλευρη: Εξαρτάται από το αν η ηγεσία του τοπικού αστυνομικού τμήματος έχει θέσει σε προτεραιότητα την εμπλοκή της κοινότητας. Ουσιαστικά, υπάρχει μια άνιση σχέση στην οποία η μια πλευρά λαμβάνει όλες τις αποφάσεις όσον αφορά την συχνότητα και την φύση των αλληλεπιδράσεων με την κοινότητα. Τέλος, δεν υπάρχουν κίνητρα για την συμμετοχή σε δραστηριότητες κατά της εξτρεμιστικής βίας, δεδομένου ότι τις περισσότερες φορές κάποιος πράκτορας ανταμείβεται για την σύλληψη ενός τρομοκράτη αντί για την πρόληψη και την αποτροπή κάποιου από το να γίνει τρομοκράτης. Και αυτό πρέπει να αλλάξει. Αλλά κάτι τέτοιο απαιτεί εκτεταμένη εκπαίδευση και αλλαγή νοοτροπίας στο σύνολο των αστυνομικών δυνάμεων.
ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΜΗΝΥΜΑΤΩΝ
Ένας από τους ακρογωνιαίους λίθους της καταπολέμησης του βίαιου εξτρεμισμού είναι η χρήση εργαλείων δημόσιας επικοινωνίας για να μεταπεισθούν οι υποστηρικτές του. Το 2011, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ δημιούργησε ένα κέντρο στρατηγικών επικοινωνιών αντιτρομοκρατίας [4], που χρησιμοποιεί λογαριασμούς του Twitter όπως το @ThinkAgain_DOS για να στείλει μηνύματα κατά του εξτρεμισμού. Ένα από τα πιο πρόσφατα tweets του ήταν, «30 χιλιάδες διαδηλωτές υποστήριξαν την εκστρατεία του Νίγηρα κατά της Boko Haram ˑ 160 ύποπτοι συνελήφθησαν σε 2 μέρες».
Όμως, όπως δείχνει το tweet του @ThinkAgain_DOS, η προσπάθεια της κυβέρνησης στα μηνύματα κατά της τρομοκρατίας στην πραγματικότητα δεν είναι επαρκής. Οι λογαριασμοί αυτοί περιλαμβάνουν περιορισμένο διάλογο και μπορούν να στοχεύσουν νόμιμα μόνο τους λογαριασμούς που βρίσκονται έξω από την χώρα. Οι δημοσιεύσεις κατά του εξτρεμισμού πρέπει να αντιμετωπίσουν τις πολιτικές διαμαρτυρίες που περιβάλλονται από ιδεολογική γλώσσα, μερικές από τις οποίες είναι δίκαιες, ακόμη κι αν άλλες μπορεί να μην είναι. Ένας υποστηρικτής του ISIS έγραψε πρόσφατα, «#IS οι καλύτεροι στρατολογητές είναι η αδικία και η καταπίεση», κατά την διάρκεια μιας συνομιλίας του μαζί μου σχετικά με το τι ελκύει τους νέους στην τρομοκρατία. Ο στόχος των μηνυμάτων κατά του εξτρεμισμού θα πρέπει να είναι να αποτρέψει τους ανθρώπους από την υποστήριξη της βίας, όχι να υπερασπίζει τις πολιτικές επιλογές των νομοθετών και των πολιτικών. Αυτή η ανταλλαγή μηνυμάτων γίνεται καλύτερα από μη κυβερνητικούς φορείς, αλλά δυστυχώς είναι λίγοι και απομακρυσμένοι μεταξύ τους.
Εν τω μεταξύ, οι φωνές πίσω από αυτά τα μηνύματα πρέπει να είναι ποικίλες και να ενισχυθούν. Θα πρέπει να διεξάγουν ενεργές εκστρατείες για να διακόπτουν εξτρεμιστικές αφηγήσεις και να παρέχουν ηχηρές εναλλακτικές λύσεις. Και πρέπει να επισημαίνουν το προς αφαίρεση επιθετικό περιεχόμενο στρατολόγησης. Περιττό να πούμε ότι, οι πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης παρέχουν τον πιο αδιαμφισβήτητο χώρο για τους στρατολογητές εξτρεμιστών. Το φθινόπωρο του 2014, υποστηρικτές του ISIS ήλεγχαν 45.000 λογαριασμούς στο Twitter [5]. Από τότε, το Twitter έχει προβεί σε επιθετική αναστολή λογαριασμών (κοντά στους 19.000 σύμφωνα με ορισμένες εκτιμήσεις [6]) και οι «Ανώνυμοι» [χάκερς] ξεκίνησαν πρόσφατα το Operation ISIS και έχει έκλεισαν έως και 1500 λογαριασμούς σε Twitter και Facebook. Τέτοιες δραστηριότητες θα επεκταθούν περισσότερο από την εξιστόρηση μέσω tweet των τελευταίων νέων σχετικά με την Boko Haram.
ΜΙΑ ΝΟΜΙΚΑ ΓΚΡΙΖΑ ΖΩΝΗ
Αν και τα προγράμματα πρόληψης είναι πιο αποτελεσματικά όταν εφαρμόζονται από κάποιο έμπιστο μέλος της κοινωνίας, η απαγόρευση των τρομοκρατικών σχεδίων εμπίπτει στις αστυνομικές αρμοδιότητες. Αλλά αυτός ο χώρος της καταπολέμησης του εξτρεμισμού αποτελεί μια νέα και άβολη γκρίζα ζώνη. Για παράδειγμα, σε μια περίπτωση το 2013, έγινα μάρτυρας δημόσιας στρατολόγησης και εκπαίδευσης ενός εφήβου από την αλ Κάιντα μέσω Twitter. Μέσα σε δύο χρόνια, αυτό το άτομο από ακτιβιστής, υπέρμαχος των δικαιωμάτων των μειονοτήτων έγινε υποστηρικτής του Jabhat al Nusra (της αλ Κάιντα στην Συρία), και σε μια τελική μεταστροφή μετατράπηκε σε έναν από τους μεγαλύτερους διανομείς προπαγάνδας της ISIS. Βρίσκεται πλέον στην Συρία. Η καταγγελία που έκανα για αυτήν την υπόθεση στην αστυνομία εντός των πρώτων μηνών από την στιγμή που την πρωτοπαρατήρησα δεν έτυχε απάντησης. Ένα άλλο περιστατικό, που αφορούσε επίσης έναν έφηβο που είχε γίνει στόχος τρομοκρατικής στρατολόγησης, και πάλι δεν επέφερε καμία δράση από τις Αρχές. Ενάμιση χρόνο αργότερα, οι αστυνομικές Αρχές ασχολούνται με έναν ριζοσπαστικοποιημένο νεαρό που έχει στρατολογήσει τουλάχιστον δύο άλλους και έχει βοηθήσει τον έναν να ταξιδέψει στην Συρία.
Στις συζητήσεις μου με αστυνομικούς αξιωματούχους, εκείνοι εξέφρασαν ανοικτά την αγανάκτησή τους για το ότι αν κάποιος δεν έχει διαπράξει έγκλημα, δεν υπάρχουν πολλά που μπορούν να κάνουν νόμιμα εκ των προτέρων για να αποτρέψουν ένα άτομο από το να γίνει μέλος μιας εξτρεμιστικής ομάδας. Η αόριστη επιτήρηση και οι μυστικές επιχειρήσεις δεν κάνουν τίποτα για να απομακρύνουν κάποιον από το χείλος του εξτρεμισμού, κι όμως αυτά είναι τα λίγα εργαλεία στην διάθεση των αστυνομικών υπηρεσιών. Η κοινωνική και πνευματική παροχή συμβουλών μπορεί να είναι μια εφικτή επιλογή, αλλά λίγες κοινωνίες έχουν συμβούλους εκπαιδευμένους για να απομακρύνουν με ψυχολογικές μεθόδους την νεολαία από τρομοκρατικές ομάδες.
Αν και μερικά γραφεία του FBI σε όλη την χώρα εφαρμόζουν πιλοτικά προγράμματα παρέμβασης που περιλαμβάνουν την παροχή συμβουλών από κοινωνικούς φορείς, αυτά είναι λίγα και απομακρυσμένα μεταξύ τους. Εάν η παρέμβαση αποτύχει, θα υπάρχει πολύ περιορισμένη νομική προστασία και, επιπλέον, παρατηρείται μια μεγάλη ανεπιθύμητη προσοχή από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης για όλα τα εμπλεκόμενα μέρη. Υπάρχει μια αυξανόμενη ανάγκη να επισημοποιηθούν οι συμπράξεις ανάμεσα στον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα και να δημιουργηθούν ομάδες επέμβασης όπου ψυχολόγοι, κοινωνικοί λειτουργοί, εκπαιδευτικοί, σύμβουλοι, κληρικοί, καθώς και οι οικογένειες μπορούν να συγκεντρωθούν και να δημιουργήσουν στρατηγικές για την αντιμετώπιση μεμονωμένων περιστατικών.
Ευτυχώς, οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να πάρουν μαθήματα από προγράμματα παρέμβασης και αποκατάστασης, όπως το Channel [7] στο Ηνωμένο Βασίλειο και το Hayat [8] στην Γερμανία, το οποίο έχει διαμορφωθεί στα πρότυπα του προγράμματος Exit [9] για τους εξτρεμιστές της ακροδεξιάς. Υπάρχουν επίσης νέα προγράμματα που παρουσιάζονται σε αρκετές χώρες της Ευρώπης και του Καναδά. Μακροπρόθεσμα, όπως μου είπε αρχηγός της αστυνομίας από μεγάλη βορειοαμερικανική μητροπολιτική περιοχή, η πρόσληψη ομάδων παρέμβασης πλήρους απασχόλησης είναι φθηνότερη από το να γίνεται συνεχής επιτήρηση και έρευνες, ενώ θα ήταν κι ένας πιο αποδοτικός οικονομικά τρόπος για να δαπανηθούν τα χρήματα από την φορολογία.
Επιπλέον, περίπου 40 χώρες [10] –που κυμαίνονται από την Δανία, την Μαλαισία, το Πακιστάν και την Σαουδική Αραβία- όλες προσφέρουν προγράμματα από-ριζοσπαστικοποίησης για όσους έχουν διαπράξει ήδη εξτρεμιστική βία. Χωρίς τέτοιες οργανωμένες προσπάθειες αποκατάστασης, η πιθανότητα να σκληραγωγηθούν οι νεότεροι κρατούμενοι κατά την διάρκεια της ποινής τους είναι μεγάλη, όπως είδαμε πρόσφατα στις περιπτώσεις της Charlie Hebdo και της Κοπεγχάγης. Ο Σερίφ Κουασί ήρθε σε επαφή με πράκτορες της αλ Κάιντα ενώ εξέτιε την ποινή του, μετά την οποία το ένα ή και τα δύο αδέλφια μετέβησαν στην Υεμένη για να εκπαιδευτούν με την αλ Κάιντα στην Αραβική Χερσόνησο. Η φυλάκιση καταδικασμένων βίαιων εξτρεμιστών χωρίς επανένταξη είναι μια ατελής λύση ˑ απλώς αναβάλλεται ένα πρόβλημα που θα επιδεινωθεί με την πάροδο του χρόνου. Παρ’όλο που τα προγράμματα επανένταξης χρειάζονται πολλούς πόρους -και φυσικά δεν υπάρχει καμία εγγύηση ενός τέλειου ποσοστού επιτυχίας για τέτοια προγράμματα- οι συνέπειες της αποτυχίας του να γίνει το οτιδήποτε θα είναι τεράστιες, καθώς όλο και νεότεροι άνθρωποι ριζοσπαστικοποιούνται, διαπράττουν εγκλήματα και στέλνονται στην φυλακή.
Ο ΕΛΕΦΑΝΤΑΣ ΣΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ
Ένα από τα ερωτήματα που απευθύνονται συχνά στους επαγγελματίες είναι γιατί η κοινότητα δεν προχωρά και δεν κάνει κάτι για τον βίαιο εξτρεμισμό.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι η έλλειψη χρηματοδότησης για προγράμματα που επικεντρώνονται στην πρόληψη και παρέμβαση. Παρ’ όλο που η αμερικανική ομοσπονδιακή κρατική χρηματοδότηση είναι διαθέσιμη για την εκπαίδευση στην επιβολή του νόμου και την έρευνα για την αντιμετώπιση του βίαιου εξτρεμισμού, δεν υπάρχουν διαθέσιμες επιδοτήσεις για προγράμματα που θα εφαρμόζονται από τις κοινότητες. Κρατικές και τοπικές κυβερνήσεις έχουν κάποια χρήματα για προγράμματα πρόληψης, αλλά είναι πολύ περιορισμένα. Τα ιδρύματα είναι απρόθυμα να υπερβούν την αποστολή τους και να υποστηρίξουν προγράμματα αντιμετώπισης του βίαιου εξτρεμισμού, δεδομένου ότι παραδοσιακά εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της αντιτρομοκρατίας. Σε ένα φόρουμ υπό την αιγίδα της κυβέρνησης που περιλάμβανε μια χούφτα έμπιστων επαγγελματιών, μερικοί από τους μεγαλύτερους φιλανθρωπικούς οργανισμούς απάντησαν με ένα κατηγορηματικό «Όχι» όταν τους ζητήθηκε να δώσουν χρήματα. Ορισμένες μεγάλες εταιρείες αρχίζουν να παρέχουν εκπαίδευση και πρόσβαση στις υπηρεσίες και τις εγκαταστάσεις τους, αλλά κανείς δεν είναι ακόμα πρόθυμος να διεξάγει ή να υποστηρίξει πρωτοβουλίες.
Για να υπογραμμιστεί η κλίμακα των πόρων που απαιτούνται (και που δεν είναι διαθέσιμοι), ας δούμε τι είναι αυτό που χρειάζεται για την υλοποίηση ενός από τα πιο απλά προγράμματα αντιμετώπισης του βίαιου εξτρεμισμού: Σεμινάρια ευαισθητοποίησης για τον βίαιο εξτρεμισμό και την online ριζοσπαστικοποίηση και βοήθεια προς τις οικογένειες να παρέμβουν. Το να καλυφθεί έστω και ένα μέρος των κοινοτήτων που βρίσκονται σε κίνδυνο θα απαιτούσε δεκάδες χιλιάδες εργαστήρια ανά έτος. Για να είναι αποτελεσματικοί, οι άνθρωποι πρέπει να ακούσουν το μήνυμα πάνω από μια φορά. Για να αντιμετωπιστεί πραγματικά ο βίαιος εξτρεμισμός και να εμποδιστούν οι εξτρεμιστικές ομάδες από το να λυμαίνονται την νεολαία που είναι ευάλωτη, δεκάδες χιλιάδες εργαστήρια χρειάζονται την απαιτούμενη χρηματοδότηση. Δεν μπορούν να λειτουργήσουν ως δωρεάν ή εθελοντικές υπηρεσίες. Το να περιμένει κανείς ότι τα μέλη μιας κοινότητας συγκεκριμένης πίστης μπορούν να γίνουν ειδικοί στην ριζοσπαστικοποίηση και τον βίαιο εξτρεμισμό ώστε να κάνουν αποτελεσματικά εκπαίδευση για την πρόληψη του εξτρεμισμού, είναι αφελές και καθόλου πρακτικό.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Ο βίαιος εξτρεμισμός δεν είναι ένα νέο φαινόμενο, αλλά η παραδοσιακή αντίδραση σε αυτόν έχει περιοριστεί στις αντιτρομοκρατικές προσπάθειες από στρατιωτικές και κυβερνητικές Αρχές. Ως εκ τούτου, δεν υπήρξε χώρος για ενεργό ρόλο της κοινωνίας των πολιτών, ακόμη και αν μπορεί και πρέπει να υπάρξει.
Η αντιμετώπιση του βίαιου εξτρεμισμού, ως σύμπραξη δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, είναι μια νέα προσέγγιση. Αναπτύσσεται εμβαλωματικά -με την απρόθυμη αποδοχή να επιδεινώνεται από την περιορισμένη έρευνα και χρηματοδότηση- και υπό την απροθυμία πολλών να αλλάξει το status quo. Η ανάγκη να προχωρήσουμε πέρα από αυτούς τους διαχειριστικούς περιορισμούς δεν ήταν ποτέ πιο οξεία. Τα τραγικά γεγονότα στο Σίδνεϊ, στην Οτάβα, στο Παρίσι, και τώρα στην Κοπεγχάγη, μας έδειξαν ότι πρέπει να αναδιατυπώσουμε το παράδειγμα καταπολέμησης της τρομοκρατίας έτσι ώστε να περιλαμβάνει την πρόληψη, την παρέμβαση και την αποκατάσταση.
ΠΗΓΗ: http://www.foreignaffairs.gr/articles/70191/humera-khan/giati-apotygxanei-i-katapolemisi-toy-ekstremismoy?page=show
Copyright © 2002-2014 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου