Δευτέρα 25 Μαρτίου 2013

Οι επιπτώσεις της κυπριακής συμφωνίας για την Ελλάδα

Η ημέρα του «όχι» τα τελευταία χρόνια δεν είναι… καλή για τον ελληνισμό. Τρία χρόνια μετά την κρίσιμη Σύνοδο της 25ης Μαρτίου που έφερε το μνημόνιο στην Ελλάδα, η Κύπρος περνά δραματικές ώρες, αλλά και η ελληνική οικονομία δέχεται ένα δεύτερο «σοκ», αυτή τη φορά από την Κύπρο. 
Η συμφωνία των Βρυξελλών, συνοδεύεται από τις πρώτες αναλύσεις οικονομολόγων που αναφέρουν διψήφια μείωση του κυπριακού ΑΕΠ φέτος (σημ. οι οικονομικές αναλύσεις το τελευταίο διάστημα διαψεύδονται επί το χείρον) και βάζουν ταφόπλακα στην θεωρεία της ασφάλειας των καταθέσεων εντός ΕΕ. 


Οι επιπτώσεις για την Ελλάδα, άμεσες και έμμεσες, είναι πολλές αναφέρουν κυβερνητικά και πολιτειακά στελέχη οικονομολόγοι και αναλυτές: 

- Επόμενη ημέρα και πολιτικές- χρηματοπιστωτικές εξελίξεις στην Κύπρο. «Ακόμη και μετά την συμφωνία η κατάσταση στην Κύπρο είναι έκρυθμη» ανάφερε υψηλόβαθμος πολιτειακός παράγοντας εξηγώντας ότι η κυπριακή κυβέρνηση θα πρέπει «να κρατήσει το τιμόνι, να εφαρμόσει την απόφαση και να συγκρατήσει το κύμα εξόδου καταθέσεων από το νησί». Εκτιμάται ότι οι επόμενες ημέρες παραμένουν εξαιρετικά ρευστές και κρίσιμες για να φανεί το εύρος της «ζημίας» που έχει γίνει στην Κύπρο και στην εικόνα της στο εξωτερικό. 

Και τούτο ενώ οι διαπραγματεύσεις συνεχίζονται. Η πρώτη δόση του ESM όπως ανακοινώθηκε στην συνέντευξη τύπου του Eurogroup θα φτάσει τον Μάιο αφού προηγουμένως μεσολαβήσουν οι υπογραφές του μνημονίου, των συμβάσεων και των υπολοίπων δεσμεύσεων. Θα προηγηθεί η απόφαση για το «κούρεμα» αλλά και για το πότε θα ανοίξουν ξανά οι τράπεζες. Οπότε ο δρόμος θα είναι μακρύς και ανηφορικός… 

- Απώλεια εμπιστοσύνης στις καταθέσεις. Η φορολόγηση στις Ισπανικές καταθέσεις που έχει «σειρά» καθιστά σαφές -αναφέρουν οικονομικοί κύκλοι- ότι πλέον η έννοια της «ασφαλούς» κατάθεσης έχει αλλάξει νόημα. Πληθαίνουν οι φωνές για κύμα καταθέσεων προς πιο «ασφαλείς» προορισμούς. Ωστόσο αυτό συνεπάγεται, όπως αναφέρουν, μεγαλύτερες πιέσεις στις τράπεζες, υψηλότερα επιτόκια μικρότερη από την αναμενόμενη επιστροφή καταθέσεων και χαμηλότερη δύναμη στήριξης της ανάκαμψης της Ελληνικής οικονομίας. 

- Υπάρχουν και δημοσιονομικές πτυχές, αναφέρουν αρμόδιες πηγές, εξηγώντας ότι η ύφεση επιτείνει δημοσιονομικό και χρηματοδοτικό κενό, το ίδιο και οι τραπεζικοί «τριγμοί» και τούτο σε μία οικονομία που βρίσκεται σε σπιράλ ύφεσης με μία τρόικα που – στην Κύπρο τουλάχιστο – δείχνει το σκληρό της πρόσωπο. 

- Οικονομική διασύνδεση Ελλάδας Κύπρου. Τις μεγαλύτερες και πιο άμεσες πιέσεις δέχονται ήδη οι κυπριακές επιχειρήσεις αλλά και -περίπου 1.000 - ελληνικές εταιρείες που δραστηριοποιούνται στην Κύπρο. Όσες διατηρούν εκεί τις θυγατρικές ή και τις μητρικές τους επενδύοντας κεφάλαια περίπου 3 δις ευρώ και διατηρώντας καταθέσεις περί τα 2 δισ. ευρώ. 

- Αναφέρουν αναλυτές και γεωπολιτικές συνέπειες με τον - βασικότερο - σύμμαχο της (ανίσχυρης πλέον από άποψη οικονομικής διπλωματίας) Ελλάδας να βρίσκεται επίσης σε πολύ αδύναμη πλέον θέση. Τα πρόσφατα «κρούσματα» σχετικά με τις ΑΟΖ προκαλούν ανησυχία σε διπλωματικούς κύκλους που αισθάνονται – πάντως – ανακούφιση για το ότι αποφεύχθηκε το χειρότερο σενάριο, αυτό της εξόδου από την – όποια – ασπίδα της ΕΕ. 

Τι θα κοστίσει στο ΤΧΣ 

Δημοσιονομικά, η ελληνική πλευρά σύμφωνα με πληροφορίες «πήγε» στο Eurogroup αυξάνοντας μετά από κυπριακό αίτημα την συμμετοχή της στο ποσό που θα πρέπει να δοθεί για την κεφαλαιακή στήριξη των υποκαταστημάτων των 3 κυπριακών τραπεζών στην Ελλάδα (Κύπρου, Λαϊκή αλλά και Ελληνική για την οποία υπάρχει επίσης πρόβλεψη) στα 2/3 του απαιτούμενου ποσού (από 1/2 προηγουμένως). Το ποσό -βάσεο των υπολογισμών που έχει κάνει η ΤτΕ και έχουν παρουσιαστεί στα Eurogroup της προηγούμενης εβδομάδας- υπολογίζεται στο 1,4-1,5 δισ. ευρώ. Με βάση τα παραπάνω δεδομένα η ελληνική συνεισφορά από 750 εκατ. ευρώ περίπου που είχε αρχικά υπολογισθεί, «ανεβαίνει» στο 1 δισ. ευρώ περίπου. 

Τα λεφτά θα προέλθουν σύμφωνα με τραπεζικές πηγές, από το «μαξιλάρι» που έχει το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας το οποίο μπορεί βάσει του ελληνικού χρηματοδοτικού προγράμματος να διαθέσει 50 δισ. ευρώ για την κεφαλαιακή ενίσχυση των τραπεζών (σημ.: το ποσό έχει ήδη προσμετρηθεί στο χρέος). 

Τραπεζικοί κύκλοι που μετείχαν στις συζητήσεις των προηγούμενων ημερών, ανέφεραν ότι το ποσό του 1,4-1,5 δισ. ευρώ θεωρείται επαρκές, ενδεχομένως μάλιστα προσθέτουν το τελικό τίμημα να είναι μικρότερο καθώς οι υπολογισμοί που ζητήθηκαν από την ΤτΕ έγιναν με πολύ αυστηρές προβλέψεις. Προσθέτουν ότι περιλαμβάνουν ακόμη και το πιθανό κόστος εθελουσίας προσωπικού.


Της Δήμητρας Καδδά 



Πηγή:www.capital.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου