Σάββατο 30 Μαρτίου 2013

Είναι καλή η ανάπτυξη; Οι πόροι, η εξέλιξη και το μέλλον του πλανήτη

Το 1970, όταν ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ρίτσαρντ Νίξον υπέγραψε τον νόμο Clean Air Act, σηματοδότησε την έναρξη ενός από τα πιο επιτυχημένα προγράμματα δημόσιας υγείας και περιβάλλοντος στην ιστορία. Στην πρώτη δεκαετία που ακολούθησε, στο Λος Άντζελες, το ποσό της ρύπανσης από όζον - το κύριο συστατικό της αιθαλομίχλης - υπερέβαινε τα κυβερνητικά όρια για την δημόσια υγεία 200 ημέρες κάθε χρόνο. Μέχρι το 2004, ο αριθμός αυτός είχε μειωθεί στις 28 ημέρες. Στη δεκαετία του 1970, επίσης, ως αποτέλεσμα του μολυσμένου αέρα, σχεδόν το 90% των παιδιών στις ΗΠΑ είχαν μόλυβδο στο αίμα τους σε επίπεδα υψηλότερα από ό, τι θεωρούν ασφαλή τα Κέντρα Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων και οι γονείς ανησυχούσαν από μελέτες που έδειχναν ότι ο μόλυβδος παρενέβαινε στην γνωστική ανάπτυξη. Σήμερα, μόνο 2% των παιδιών έχουν τόσο υψηλά επίπεδα μολύβδου στο σώμα τους.
Περί τους 640 τόνους παρασιτοκτόνων, συμπεριλαμβανομένου του DDT, ανασύρθηκαν από περιοχή ταφής αποβλήτων νοτιοδυτικά του Μινσκ στην Λευκορωσία, εξαιτίας περιβαλλοντικής ρύπανσης. Vasily Fedosenko / Reuters

Με το να ελέγξει τις επικίνδυνες εκπομπές ρύπων, ο Clean Air Act προσέφερε αυτά και πολλά άλλα οφέλη για την υγεία. Και το έκανε χωρίς να περιορίσει την οικονομική ανάπτυξη. Το ΑΕΠ των Ηνωμένων Πολιτειών έχει αυξηθεί κατά 207% από την ψήφιση του νόμου που έγινε πριν από περισσότερο από τέσσερις δεκαετίες. Και επειδή ο νόμος προκάλεσε καινοτομία - από τους καταλυτικούς μετατροπείς, οι οποίοι μετατρέπουν τα τοξικά καυσαέρια των αυτοκίνητων σε λιγότερο επικίνδυνες ουσίες, ως τα φίλτρα στα φουγάρα – η μείωση της ρύπανσης έχει αποδειχθεί σχετικά φθηνή. Σύμφωνα με την Αμερικανική Υπηρεσία Προστασίας Περιβάλλοντος, για κάθε δολάριο που οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν δαπανήσει για τη μείωση της ρύπανσης μέσω του Clean Air Act, έχουν κερδίσει περισσότερα από 40 δολάρια σε οφέλη.
Ωστόσο, στο πρόσφατο άρθρο του (Foreign Affairs, The Hellenic Edition, «Η κινδυνολογία για το περιβάλλον, τότε και τώρα», τεύχος Αυγούστου / Σεπτεμβρίου 2012, σελ. 126) [1], ο Bjørn Lomborg υποστηρίζει ότι η προσοχή του σύγχρονου περιβαλλοντικού κινήματος έχει αποσπαστεί από μη παραγωγικούς στόχους και μια επιθυμία να ματαιώσει την οικονομική ανάπτυξη. Ως αποδεικτικά στοιχεία, παραθέτει «Τα όρια στην ανάπτυξη», ένα βιβλίο που δημοσιεύθηκε το 1972 από μια ομάδα επιστημόνων που σχετίζονται με τη Λέσχη της Ρώμης. Το βιβλίο προειδοποιούσε ότι η εκθετική αύξηση του πληθυσμού, της κατανάλωσης και της ρύπανσης θα εξαντλήσει τους πεπερασμένους φυσικούς πόρους της γης και θα προκαλέσει την κατάρρευση του παγκόσμιου συστήματος. Ο Lomborg ορθώς επισημαίνει ότι οι χειρότερες προβλέψεις του Club της Ρώμης ποτέ δεν πραγματοποιήθηκαν, αλλά ο ίδιος πιστεύει ότι το βιβλίο είχε επιδράσει δυσμενώς στον τρόπο που οι άνθρωποι σκέφτονται. «Με το να συνιστά όρια στην παγκόσμια ανάπτυξη προκειμένου να αποτραπεί μια υποτιθέμενη κατάρρευση μέλλον», γράφει, «το βιβλίο Τα Όρια της Ανάπτυξης οδήγησε τους ανθρώπους να αμφισβητούν την αξία της επιδίωξης της οικονομικής ανάπτυξης».

Ο Lomborg υποθέτει ότι εκείνοι που αναγνωρίζουν ότι ο πλανήτης έχει πεπερασμένους πόρους οπωσδήποτε αντιτάσσονται στην οικονομική πρόοδο. Αυτό το πλαίσιο αποκαλύπτει τους περιορισμούς του επιχειρήματος του Lomborg. Το ερώτημα που θέτει το περιβαλλοντικό κίνημα δεν είναι, «Πώς μπορούμε να σταματήσουμε την ανάπτυξη;». Το ερώτημα είναι, «Τι είδους ανάπτυξη θέλουμε;». Για δεκαετίες, αρχηγοί κρατών, οικονομολόγοι, βιομήχανοι και περιβαλλοντολόγοι έχουν ευνοήσει το είδος της ανάπτυξης που επιτρέπει στην οικονομική παραγωγή να αυξάνεται, ενώ ταυτόχρονα κάνει τον αέρα πιο καθαρό και προστατεύει τους φυσικούς πόρους του πλανήτη.
Η έκκληση της κοινής γνώμης για προστασία του περιβάλλοντος δεν άρχισε με τη δημοσίευση του λεπτού σε όγκο βιβλίου της Λέσχης της Ρώμης. Προέκυψε από ό, τι είδαν με τα μάτια τους οι άνθρωποι: ακατέργαστα λύματα στην περιοχή των Μεγάλων Λιμνών, ένα τόσο πυκνό νέφος που έκρυψε την γέφυρα George Washington, πετρελαϊκή λεηλασία των παρθένων παραλιών της Santa Barbara, αρχαία δάση απογυμνωμένα στο Όρεγκον. Ήταν η επιθυμία των Αμερικανών να προστατεύσουν τις οικογένειές τους και τους πόρους τους που άναψε το σύγχρονο περιβαλλοντικό κίνημα και ενέπνευσε το πέρασμα του νόμου Clean Air Act, του Clean Water Act (του νόμου για Ασφαλές Πόσιμο Νερό), και κάθε άλλης εμβληματικής νομοθεσίας.
Ο Lomborg, ωστόσο, υποστηρίζει ότι οι τρομερές προειδοποιήσεις της Λέσχης της Ρώμης αποσπούν την προσοχή των ανθρώπων από το να κάνουν πραγματική πρόοδο. «Εξαιτίας αναλύσεων, όπως αυτή που παρουσιάζεται στα Όρια της Ανάπτυξης, πολύς χρόνος και προσπάθεια όλα αυτά τα χρόνια έχει εκτραπεί από χρήσιμες δραστηριότητες σε άλλες αμφίβολες ή ακόμα και ολέθριες». Σαν παράδειγμα, λέει ότι αντί να απαγορεύσουν το DDT, ένα γνωστό καρκινογόνο, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα έπρεπε να επικεντρωθούν στην ατμοσφαιρική ρύπανση. Ισχυρίζεται ότι, επειδή η ατμοσφαιρική ρύπανση δεν απολαμβάνει «διάσημους υποστηρικτές» έχει «αγνοηθεί». Οι ζωές που σώθηκαν από τον Clean Air Act αποδεικνύει το λάθος του. Για 40 χρόνια, το περιβαλλοντικό κίνημα προσπάθησε να κάνει τον αέρα ασφαλέστερο για τον άνθρωπο, το νερό καθαρότερο και την άγρια ζωή καλύτερα προστατευμένη. Μόνο εκείνοι που ξεχνούν το θέαμα της κιτρινο-καφέ ομίχλης ή των φλεγόμενων ποταμών θα το ονόμαζαν αυτό «απόσπαση της προσοχής».
ΚΑΝΟΝΤΑΣ ΤΟ ΣΩΣΤΑ
Σήμερα, μια νέα σειρά από εικόνες αποκαλύπτει τους κινδύνους όχι της οικονομικής ανάπτυξης per se, αλλά της αλόγιστης εκμετάλλευσης των φυσικών πόρων. Αυτές δεν είναι οι προβλέψεις από μια έκθεση 40 ετών παλαιά, αλλά οι μετρήσεις των πραγματικών εξελίξεων. Αυτή τη στιγμή, το 90% των μεγάλων ψαριών στον κόσμο, όπως ο τόνος, ο ξιφίας και το μάρλιν, έχουν εξαφανιστεί χάρη στην υπεραλίευση. Αυτό είναι ανησυχητικό όχι μόνο για το καλό των διαφορετικών ειδών των ιχθύων, αλλά και για τη βιομηχανία τροφίμων και προμηθειών: το Εθνικό Πρόγραμμα Ωκεάνιων Οικονομικών αναφέρει ότι, μεταξύ των ετών 1997 και 2007, τα έσοδα της Καλιφόρνιας από εμπορική αλιεία μειώθηκαν κατά 43% επειδή τα αποθέματα ψαριών σημείωσαν κατακόρυφη πτώση. Εν τω μεταξύ, το 90% των τροπικών δασών της Δυτικής Αφρικής έχουν καταστραφεί, και μόλις μεταξύ 2000 και 2005, ο κόσμος έχασε έκταση «δάσους βροχής» ίση με το μέγεθος της Γερμανίας. Η ποσότητα του διοξειδίου του άνθρακα στην ατμόσφαιρα έχει αυξηθεί κατά 23% κατά τα τελευταία 50 χρόνια, οδηγώντας στην κλιματική αλλαγή και στην εντατικοποίηση τέτοιων ακραίων καιρικών φαινομένων, όπως οι πλημμύρες του 2010 στο Πακιστάν, οι οποίες επηρέασαν 20 εκατομμύρια ανθρώπους, και οι πλημμύρες του 2011 στην Ταϊλάνδη, οι οποίες προκάλεσαν ζημιές αξίας πάνω από 45 δισεκατομμύρια δολάρια.
Το να υπολογίζεται το φυσικό κεφάλαιο του πλανήτη δεν είναι κινδυνολογία: Είναι σοφό. Ο καθαρός αέρας, ένα σταθερό κλίμα, τα άφθονα ψάρια, τα πλούσια δάση, το γλυκό νερό και οι ενεργειακοί πόροι είναι τα δομικά στοιχεία της ευημερίας. Ο προσδιορισμός του πώς να τα αξιοποιήσουμε χωρίς να τα εξαντλήσουμε θα ανοίξει το δρόμο στην οικονομική ανάπτυξη.
Σκεφτείτε, για παράδειγμα, την αυτοκινητοβιομηχανία. Οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να συνεχίζουν να σπαταλούν πετρέλαιο, έναν περιορισμένο και ακριβό πόρο, με την καύση του σε αναποτελεσματικές μηχανές που χρησιμοποιούν ξεπερασμένες τεχνολογίες. Ή μπορούν να κατασκευάσουν αυτοκίνητα που ταξιδεύουν μακρύτερα με λιγότερη βενζίνη. Η κυβέρνηση Ομπάμα έχει επιλέξει να ενθαρρύνει το τελευταίο αυξάνοντας το όριο αποδοτικότητας των καυσίμων σε 54,6 μίλια ανά γαλόνι έως το 2025. Μέσα σε 20 χρόνια, η καλύτερη απόδοση των αυτοκινήτων θα μειώσει τη χρήση του πετρελαίου στις ΗΠΑ περισσότερο από την ποσότητα που εισήγαγε η χώρα από το Ιράκ και την Σαουδική Αραβία το 2010. Επίσης, θα εξοικονομήσει στους οδηγούς περισσότερα από 80 δισεκατομμύρια δολάρια το χρόνο σε κόστος βενζίνης και, έως το 2025, θα μειώσει κατά το ήμισυ το ποσό της ρύπανσης διοξειδίου του άνθρακα που εκπέμπεται από οχήματα στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Ακόμα κι αν οι Ηνωμένες Πολιτείες αρχίσουν επιτέλους να «καθαρίζουν» τον στόλο των αυτοκινήτων τους, η ζήτηση για αυτοκίνητα αυξάνεται σε όλο τον κόσμο. Αυτή τη στιγμή, υπάρχουν περίπου 800 εκατομμύρια οχήματα σε χρήση. Μέχρι το 2050, ο αριθμός αυτός θα ανέλθει σε 2,5 δισεκατομμύρια. Αν ο κόσμος ικανοποιήσει τη ζήτηση αυτή, χωρίς να στείλει τις τιμές του πετρελαίου στα ύψη, χωρίς να θέσει σε κίνδυνο τη δημόσια υγεία με βρώμικες εξατμίσεις και να εντείνει την κλιματική αλλαγή, τότε θα πρέπει να αρχίσει την εξεύρεση τρόπων για να κάνουν αυτή την ανάπτυξη πιο «πράσινη».
Το ίδιο ισχύει και για την αύξηση των ενεργειακών αναγκών. Τα δύο τρίτα των κτιρίων που αναμένεται να υπάρχουν στην Ινδία το 2030, για παράδειγμα, δεν έχουν ακόμη κατασκευαστεί. Ο David Goldstein, ένας επιστήμονας στο Natural Resources Defense Council, υποστήριξε ότι εάν η Ινδία ενσωματώσει χαρακτηριστικά εξοικονόμησης ενέργειας από την έναρξη των κατασκευών, μπορεί να μειώσει τη χρήση ενέργειας κατά 50%, χωρίς επιπλέον κόστος. Με άλλα λόγια, έχει μεγαλύτερο οικονομικό νόημα να ξεκινήσει με αποδοτικά κτίρια από ό, τι να τα μετατρέψει εκ των υστέρων σε ενεργειακά αποδοτικά. Η κατασκευή αποδοτικών κτιρίων και καθαρότερων αυτοκινήτων θα δημιουργήσει δισεκατομμύρια δολάρια για τους κατασκευαστές και θα δημιουργήσει απασχόληση για εκατομμύρια ανθρώπους. Αυτό αποτελεί ανάπτυξη, αλλά επειδή θα καταναλώνεται λιγότερη ενέργεια και θα παράγεται λιγότερη ρύπανση, θα είναι πιο βιώσιμη ανάπτυξη.
Ο Lomborg αποτυγχάνει να υπολογίσει αυτά τα κέρδη, γιατί επιμένει να σκέφτεται ότι οι ηγέτες των περιβαλλοντολόγων αντιτίθενται στην οικονομική ανάπτυξη. Κάνει λάθος. Κατά την πρόσφατη Σύνοδο Κορυφής για την Γη στο Ρίο ντε Τζανέιρο, κανείς δεν ζήτησε τον τερματισμό της ανάπτυξης. Αντ' αυτού, 50.000 αρχηγοί κρατών, δήμαρχοι, στελέχη επιχειρήσεων καθώς και οι πολίτες που συγκεντρώθηκαν εκεί, επιβεβαίωσαν ότι, παρά τους ισχυρισμούς του Lomborg για το αντίθετο, η απεριόριστη αύξηση της κατανάλωσης πεπερασμένων πόρων απλά δεν είναι δυνατή. Όσοι από εμάς ανησυχούν για το περιβάλλον, επιζητούν και την οικονομική ανάπτυξη. Στο κάτω - κάτω, η ευημερία οδηγεί συχνά σε μεγαλύτερη προστασία του περιβάλλοντος. Εμείς απλά θέλουμε να το κάνουμε σωστά.
Η FRANCES BEINECKE είναι πρόεδρος του Natural Resources Defense Council (Συμβούλιο Άμυνας των Φυσικών Πόρων).
ΣΧΕΔΙΑ, ΟΧΙ ΠΡΟΓΝΩΣΕΙΣ
Dennis Meadows
Σύμφωνα με τον Bjørn Lomborg, «Τα Όρια της Ανάπτυξης», ένα μικρό βιβλίο που γράφτηκε πριν από 40 χρόνια (και του οποίου είμαι ένας από τους συγγραφείς), είναι «μάλλον ξεχασμένο». Παρ' όλα αυτά, ο ίδιος πιστεύει ότι το βιβλίο «βοήθησε να τεθούν οι όροι της συζήτησης σχετικά με κρίσιμα θέματα ... με δυσμενείς επιπτώσεις που παραμένουν ενσωματωμένες στην συνείδηση της κοινής γνώμης τέσσερις δεκαετίες αργότερα».
Μεταξύ αυτών των «δυσμενών επιπτώσεων» είναι η αυξανόμενη αναγνώριση ότι η σημερινή οικονομική πολιτική μπορεί να παράγει προβλήματα μεγαλύτερα από τα οφέλη της. Ο Lomborg απορρίπτει αυτή την αντίληψη, συμπεραίνοντας ότι «είναι ώρα να αναγνωρίσουμε ότι η οικονομική ανάπτυξη, απούσης μιας καλύτερης λέξης, είναι καλή και ότι αυτό που χρειάζεται ο κόσμος είναι περισσότερη ανάπτυξη, όχι λιγότερη».
Η επέκταση της οικονομικής παραγωγής κατά τα τελευταία 250 χρόνια έχει δημιουργήσει τεράστια οφέλη για την ανθρώπινη ευημερία. Όμως, οι συνθήκες έχουν αλλάξει. Η ανθρωπότητα πρέπει να γίνει τώρα πιο διαφοροποιημένη στις πολιτικές της. Το σημειώσαμε αυτό στο «The Limits to Growth», γράφοντας ότι «Κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα που δεν απαιτεί μεγάλη ροή των αναντικατάστατων πόρων ή δεν οδηγεί σε σοβαρή υποβάθμιση του περιβάλλοντος θα μπορούσε να συνεχίσει να αυξάνεται επ' αόριστον».
Ο Lomborg αναφέρει μόνο την πρώτη έκδοση του βιβλίου μας, η οποία έχει εξαντληθεί από καιρό. Έτσι, οι αναγνώστες δεν μπορούν να βγάλουν εύκολα τα δικά τους συμπεράσματα. Στο βιβλίο «Τα όρια της ανάπτυξης: Η τριακονταετής επικαιροποίηση» χρησιμοποιήσαμε πιο πρόσφατα στοιχεία, αλλά πάλι καταλήξαμε στα αρχικά συμπεράσματα.
Η κριτική της έκθεσης από τον Lomborg βασίζεται στον ισχυρισμό ότι είχαμε προβλέψει την εξάντληση των πόρων πριν από το έτος 2000. Αλλά είπαμε επανειλημμένα στο The Limits to Growth ότι είναι αδύνατο να προβλέψουμε το μέλλον των κοινωνικών συστημάτων επακριβώς. Αντ' αυτού, ο στόχος μας ήταν να κατανοήσουμε τα μακροπρόθεσμα σχέδια ανάπτυξης του παγκόσμιου πληθυσμού, του κεφαλαίου και άλλων φυσικών μεταβλητών. Δείξαμε 12 διαφορετικά σενάρια για το μέλλον, επτά που απεικονίζουν κατάρρευση και πέντε δυνατότητες για ένα βιώσιμο μέλλον. Έχουμε δηλώσει σαφώς ότι τα σενάρια ήταν «μη ακριβείς προβλέψεις των τιμών των μεταβλητών σε κανένα συγκεκριμένο έτος στο μέλλον. Είναι ενδείξεις των τάσεων της συμπεριφοράς του συστήματος και μόνο». Μας ενδιέφεραν τα σχέδια, τα πρότυπα και όχι οι προβλέψεις.
Σε αντίθεση με τον Lomborg, οι περισσότεροι αναγνώστες έδωσαν βάση σε αυτό το σημείο. Όπως ο φυσικός Graham Turner έγραψε σε μια μελέτη το 2008 για τον Οργανισμό Επιστημονικής και Βιομηχανικής Έρευνας της Κοινοπολιτείας της Αυστραλίας (CSIRO), συγκρίνοντας τις προβλέψεις που υπήρχαν στα «Όρια της Ανάπτυξης» με «τριάντα χρόνια πραγματικότητας», το βιβλίο «δεν προορίζεται να είναι προφητικό ή να κάνει λεπτομερείς προβλέψεις, αλλά να παρέχει ένα μέσο για την καλύτερη κατανόηση της συμπεριφοράς του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος».
Ο Lomborg ισχυρίζεται ότι «Τα όρια της ανάπτυξης» «ανησυχούν σχετικά με το να ξεμείνουμε από πετρέλαιο (το 1990) και φυσικό αέριο (το 1992)». Αλλά, όπως ο Matthew Simmons, ο οποίος ήταν σύμβουλος για ενεργειακά θέματα στον πρόεδρο των ΗΠΑ Τζορτζ Μπους τον νεώτερο και μέλος του Εθνικού Συμβουλίου Πετρελαίου, έγραψε σε μια Λευκή Βίβλο για την ενέργεια το 2000, «Πουθενά στο βιβλίο δεν υπήρχε καμία αναφορά σχετικά με το να ξεμείνουμε από οτιδήποτε το 2000. Αντ' αυτού, η ανησυχία του βιβλίου ήταν εντελώς επικεντρωμένη σε αυτό που ο κόσμος θα μπορούσε να μοιάζει 100 χρόνια αργότερα. Δεν υπήρχε ούτε μια φράση ούτε καν μία λέξη σχετικά με μια ενδεχόμενη έλλειψη πετρελαίου ή ένα όριο σε οποιονδήποτε συγκεκριμένο πόρο το έτος 2000».
Ο Lomborg σφάλλει γιατί η κριτική του βασίζεται κατά κύριο λόγο σε αριθμούς που πήρε από έναν πίνακα δεδομένων στην πρώτη έκδοση του The Limits to Growth. Παρουσιάζει αυτούς τους αριθμούς σαν προβλέψεις που προκύπτουν από το υπολογιστικό μας μοντέλο, παρότι οι αναφορές μας έδειχναν ότι ο πίνακας αυτός παρουσίαζε στοιχεία του 1970 από το αμερικανικό Γραφείο Ορυχείων και άλλες πηγές. Χρησιμοποιήσαμε τους αριθμούς αποκλειστικά και μόνο για να δείξουμε τις σημαντικές διαφορές μεταξύ γραμμικής και εκθετικής αύξησης. Δεν είχαν καμία σχέση με τα σενάριά μας. Επιπλέον, ο Lomborg αγνοεί το γεγονός ότι εξαλείψαμε εντελώς αυτόν τον πίνακα εντελώς από τη δεύτερη και την τρίτη έκδοση του βιβλίου μας χωρίς καμία απολύτως επίδραση στα αποτελέσματά μας.
Ο Lomborg κάνει και πολλά άλλα σημαντικά λάθη. Η ενασχόλησή του με τον Πίνακα 2, σχετικά με τις τιμές των εμπορευμάτων, αγνοεί την αύξηση του δείκτη τιμών των βασικών εμπορευμάτων από το έτος 2000, που μπορεί να σημαίνει μια μόνιμη αλλαγή στην τάση. Ο Πίνακας 3 που παραθέτει, σχετικά με τα επίπεδα των φυσικών πόρων, συγχέει τα αποθέματα των πόρων με την επιφανειακή αφθονία τους. Το πρώτο μπορεί να αυξηθεί με την αύξηση των τιμών. Το δεύτερο δεν μπορεί. Ο Πίνακας 4 που παραθέτει, συγκρίνει τα αποτελέσματα της βραχύβιας ατμοσφαιρικής ρύπανσης με τις τιμές του σεναρίου μας για τα μακρόβια τοξικά, μια κατηγορία από την οποία ρητά εξαιρέσαμε την ατμοσφαιρική ρύπανση.
Αγνοώντας την κλιματική αλλαγή, ο Lomborg προτείνει ότι οι συμβατικές πολιτικές μπορούν να λύσουν τα προβλήματα της κοινωνίας. Πολλές επιστημονικές μελέτες αντικρούουν την άποψη αυτή, και πιο πρόσφατα μια έκθεση από το ΙΑΡ, ένα παγκόσμιο δίκτυο από 105 επιστημονικές ακαδημίες. Τον Ιούνιο, το ΙΑΡ δημοσίευσε μια κοινή δήλωση αναγνωρίζοντας ότι το παγκόσμιο σύστημα βρίσκεται «στην κατεύθυνση εναλλακτικών μελλοντικών εξελίξεων με σοβαρές και δυνητικά καταστροφικές συνέπειες για την ευημερία των ανθρώπων».
«Τα όρια της ανάπτυξης» το είπαν αυτό το 1972 και η έκθεση του Turner στο CSIRO επαναβεβαίωσε τις ανησυχίες μας. Μετά την ανάλυση των εμπειρικών πληροφοριών για την ανάπτυξη της παγκόσμιας κοινωνίας, ο Turner κατέληξε στο συμπέρασμα, «Η ανάλυση δείχνει ότι 30 χρόνια ιστορικών δεδομένων συγκρίνονται ευνοϊκά με βασικά χαρακτηριστικά του business-as-usual σεναρίου (των Ορίων στην Ανάπτυξη) που ονομάζεται σενάριο της “τυπικής διαδρομής”, που οδηγεί στην κατάρρευση του παγκόσμιου συστήματος στα μέσα του 21ου αιώνα».
Για να αποφευχθεί αυτό το αποτέλεσμα, είχαμε προτείνει μέτρα με σκοπό την επιβράδυνση της φυσικής επέκτασης. Ο Lomborg, αντίθετα, υποστηρίζει ότι η ανθρώπινη επινοητικότητα και μόνο θα επιτρέψει στον κόσμο την αντιμετώπιση των περιβαλλοντικών προκλήσεων. Το πρόβλημα είναι ότι αγνοεί το ρόλο που παίζει η εφευρετικότητα συχνά στο μπλοκάρισμα μιας εποικοδομητικής αλλαγής. Ανεξάρτητα από τα προβλήματα που μπορεί να προκαλέσει η ανθρωπότητα, κάθε πολιτική φέρνει πλούτο, επιρροή και ικανοποίηση σε κάποιους. Όταν αυτή η πολιτική αμφισβητείται, οι ωφελημένοι συνήθως χρησιμοποιούν την ευρηματικότητά τους για να μπλοκάρουν χρήσιμες εναλλακτικές λύσεις. Μπορεί κάποιος να ελπίζει ότι θα αποτύχουν. Αλλά η προώθηση της ανάπτυξης εκ μέρους των συμβατικών οικονομολόγων κάνει απλώς το έργο τους ευκολότερο.
Ο DENNIS MEADOWS είναι πρόεδρος του Εργαστηρίου Διαδραστικής Μάθησης και ομότιμος καθηγητής Συστημάτων Πολιτικής στο Πανεπιστήμιο του New Hampshire. Ως ακαδημαϊκό μέλος του Massachusetts Institute of Technology (ΜΙΤ) την περίοδο 1970-72, διεύθυνε το σχέδιο της Λέσχη της Ρώμης και ήταν συν-συγγραφέας του βιβλίου The Limits to Growth.
ΕΙΝΑΙ ΕΝΑΣ ΜΙΚΡΟΣ ΚΟΣΜΟΣ
Jørgen Randers
«Τα όρια της ανάπτυξης» έχουν επικριθεί επιθετικά από τότε που κυκλοφόρησαν για πρώτη φορά το 1972 (είμαι ένας από τους συν-συγγραφείς του). Όμως, μεγάλο μέρος της κριτικής έχει κατευθυνθεί σε λάθος επιχειρήματα, τόσο πολύ ώστε κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1970 και του 1980, ένας αριθμός ανθρώπων που δεν είχαν ποτέ διαβάσει το βιβλίο σταδιακά πίστεψαν ότι περιείχε μια σειρά από δηλώσεις που οι δημιουργοί του δεν είχε ποτέ κάνει πραγματικά . Μια από αυτές είναι ο ευρέως επαναλαμβανόμενος ισχυρισμός ότι το βιβλίο έχει προβλέψει ότι θα έρθει το τέλος του πετρελαίου πριν από το 1990, πράγμα το οποίο δεν έπραξε. Το δοκίμιο του Bjørn Lomborg, το οποίο αναπαράγει πολλά από τα επιχειρήματα που χρησιμοποιούνται εναντίον των ισχυρισμών αυτών, είναι ένα κλασικό παράδειγμα ελαττωματικής κριτικής κατά του βιβλίου.
Ο λόγος που «Τα όρια της ανάπτυξης» δέχθηκαν επίθεση τόσο σκληρά για φανταστικούς λόγους είναι απλή: όπως ο χημικός Ugo Bardi σημείωσε στο βιβλίο του «Τα Όρια της Ανάπτυξης Αναθεωρημένα», η μελέτη αμφισβήτησε κεντρικά δόγματα της κοσμοθεωρίας που πίστευαν και τιμούσαν πολλοί Δυτικοί. Όμως, παρά τους ισχυρισμούς του Lomborg, μερικές από τις σημαντικότερες τάσεις που αναφέρθηκαν στο The Limits to Growth συνάδουν όντως με πραγματικές εξελίξεις ήδη από το 1972. Για παράδειγμα, ο παγκόσμιος πληθυσμός έφτασε μόνο τα έξι δισεκατομμύρια το 2000, όπως προεβλέπετο στο «business-as-usual» σενάριο στο The Limits to Growth, και όχι τα επτά δισεκατομμύρια, όπως οι περισσότεροι δημογράφοι είχαν προβλέψει το 1972.
Το βασικό μήνυμα του The Limits to Growth ήταν ότι ο κόσμος είναι μικρός, και ότι, εάν θέλουμε να ζήσουμε καλά και για καιρό σε ένα μικρό πλανήτη, θα πρέπει να περιορίσουμε το οικολογικό μας αποτύπωμα. Το λυπηρό γεγονός είναι ότι, παρά τις προειδοποιήσεις της μελέτης, οι άνθρωποι συντρίβουν ήδη την χωρητικότητα της γης. Σήμερα, οι άνθρωποι εκπέμπουν διπλάσια αέρια του θερμοκηπίου ανά έτος από εκείνα που μπορούν να απορροφήσουν οι ωκεανοί και τα δάση του πλανήτη. Αυτή η λεγόμενη υπέρβαση δεν μπορεί να διαρκέσει. Αν η ανθρώπινη κοινωνία δεν μειώσει το μέγεθος του αποτυπώματός της, τα οικολογικά συστήματα που στηρίζουν την ευεξία της θα καταρρεύσουν. Ο κόσμος πρέπει τώρα είτε να αποδεχθεί ένα μακροπρόθεσμο χάος για χάρη των βραχυπρόθεσμων ανέσεων είτε να κάνει βραχυπρόθεσμες θυσίες για χάρη μιας μακροπρόθεσμης άνεσης. Δυστυχώς, σε όλο τον κόσμο και ιδιαίτερα στις δημοκρατίες της αγοράς, εκείνοι που παίρνουν τις αποφάσεις συχνά αδιαφορούν για τις μακροπρόθεσμες συνέπειες.
«Τα όρια της ανάπτυξης» υποτίθεται ότι θα βοηθούσαν την ανθρωπότητα να κάνει σοφότερες πολιτικές επιλογές. Το βιβλίο προειδοποιούσε ότι ήταν αναγκαίο να ληφθούν μέτρα πριν τα μακρινά προβλήματα γίνουν άμεσες κρίσεις και να δαπανηθούν χρήματα για λύσεις όσο ακόμα το ταξίδι ήταν ομαλό. Αλλά οι ελίτ του κόσμου φοβήθηκαν ότι μια τέτοια αλλαγή στο status quo θα τερματίσει τόσο την οικονομική ανάπτυξη όσο και τη δική τους προνομιακή θέση. Και έτσι οι επικριτές τού «Τα όρια της ανάπτυξης», προσπάθησαν να αρνηθούν τα προβλήματα που έθετε και επιτέθηκαν στον αγγελιοφόρο.
Αντί να συμμετάσχει στην κρίσιμη προσπάθεια για τη μείωση των ανθρωπογενών εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, ο Lomborg αναβιώνει μια σειρά από λάθος επιχειρήματα και ανακριβείς ισχυρισμούς για το τι δήλωναν «Τα όρια της ανάπτυξης». Η μελέτη δεν είχε προβλέψει ότι το πετρέλαιο και άλλοι πόροι θα εξαντληθούν πριν από το 2000. Δεν υπέθετε ότι ο πληθυσμός και το ΑΕΠ θα αυξηθούν εκθετικά. Οι ρυθμοί ανάπτυξής τους ποικίλλουν και είχαν υπολογιστεί ως αποτέλεσμα άλλων προϋποθέσεων στο μοντέλο. Ούτε «Τα όρια της Ανάπτυξης» δήλωναν ότι η ατμοσφαιρική ρύπανση θα μπορούσε -ή επρόκειτο- να σκοτώσει την ανθρωπότητα. Αντίθετα, προσπάθησε να εκτιμήσει το πόσο ισχυρή θα είναι η επίδραση των επίμονων μακρόβιων ρύπων στην ανθρώπινη υγεία και στην παραγωγή τροφίμων. Με άλλα λόγια, η μελέτη δεν προέβλεπε απλώς το τέλος του κόσμου όπως τον ξέρουμε. Ενθάρρυνε μια σοφή αντίδραση του ανθρώπου για τη δημιουργία ενός βιώσιμου κόσμου.
Οι εκτιμήσεις του Lomborg επί της παρούσας κατάστασης είναι ακόμα πιο ανησυχητικές. Βλέπει έναν κόσμο που βρίσκεται σε καλό δρόμο προς την κατεύθυνση της επίλυσης της περιβαλλοντικής κρίσης και αναφέρει την πρόοδο που έχει γίνει στον περιορισμό της ατμοσφαιρικής ρύπανσης. Όμως, με το να αδιαφορεί για τις εκπομπές του διοξειδίου του άνθρακα, ο Lomborg παραβλέπει την μόνη μεγαλύτερη μακροπρόθεσμη απειλή για το περιβάλλον. Οι εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα έχουν πολύ μεγαλύτερη σημασία από όση εκείνη των βραχύτερης διάρκειας ζωής ρύπων, όπως το διοξείδιο του θείου, καθώς αυτοί εξαφανίζονται από την ατμόσφαιρα σε εβδομάδες. Το διοξείδιο του άνθρακα έχει χρόνο ημιζωής 100 χρόνια, και η εκπομπή του προκαλεί μόνιμη βλάβη στο κλίμα του πλανήτη.
Στο πρόσφατο βιβλίο μου και έκθεση της Λέσχης της Ρώμης «2052: Η Παγκόσμια Πρόβλεψη για τα Επόμενα 40 Χρόνια» (2052: A Global Forecast for the Next Forty Years), υποστηρίζω ότι οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου θα προκαλέσουν μέχρι το 2052 την αύξηση της θερμοκρασίας του πλανήτη κατά δύο βαθμούς Κελσίου υψηλότερη από όσο ήταν στην προβιομηχανική εποχή. Στις επόμενες δεκαετίες, ο κόσμος θα είναι τρεις βαθμούς Κελσίου θερμότερος και πιθανώς αρκετά ζεστός για να προκαλέσει μια ανεξέλεγκτη περαιτέρω αύξηση της μέσης παγκόσμιας θερμοκρασίας που προκαλείται από τη σταδιακή τήξη των παγετώνων. Εν ολίγοις, αυτό το μέλλον είναι δυσάρεστα παρόμοιο με το «επίμονο σενάριο ρύπανσης» στο «Τα όρια της ανάπτυξης», με το διοξείδιο του άνθρακα ως τον επίμονο ρύπο.
Η αύξηση των εκπομπών των αερίων του θερμοκηπίου θα είναι ο κρίσιμος παράγοντας που διαμορφώνει το μέλλον της ζωής στη γη. Οι εκπομπές αυτές θα μπορούσαν εύκολα να μειωθούν, εάν η ανθρωπότητα αποφάσιζε να αναλάβει δράση. Αλλά, συγκρατημένη από μυωπική λήψη αποφάσεων, η ανθρωπότητα δεν φαίνεται πιθανό να αλλάξει την συμπεριφορά της. Στη σύγχρονη, δημοκρατική οικονομία της αγοράς, οι επενδύσεις, κυρίως ρέουν σε ό, τι είναι κερδοφόρο, όχι σε ό, τι είναι αναγκαίο. Και οι ρυθμιστικές αρχές, οι οποίες θα μπορούσαν επί της αρχής να εξετάσουν αμφότερες την οικονομική ανάπτυξη και τις ευρύτερες κοινωνικές ανάγκες, δεν λαμβάνουν τις αναγκαίες πολιτικές εντολές από κοντόφθαλμους ψηφοφόρους που θέλουν χαμηλούς φόρους και χαμηλές τιμές. Η κοινωνία μπορεί να αντιμετωπίσει τα περιβαλλοντικά προβλήματα μόνο αν ανακτήσει κάποιο έλεγχο πάνω στη ροή των επενδύσεων.
Ο Jørgen Randers είναι καθηγητής στο BI Norwegian Business School. Είναι συν-συγγραφέας του The Limits to Growth και των δύο συνεχειών του.
Η ΚΙΝΔΥΝΟΛΟΓΙΑ ΕΙΝΑΙ ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΜΕΝΗ
John Harte και Mary Ellen Harte
Στο δοκίμιό του, ο Bjørn Lomborg ξεκινά επικρίνοντας την έννοια ότι το κύριο εμπόδιο στην οικονομική ανάπτυξη είναι το πεπερασμένο των πόρων, ως εάν αυτό εξακολουθεί να είναι η πεποίθηση της επιστημονικής κοινότητας. Οι περιβαλλοντικοί επιστήμονες έχουν αναγνωρίσει από καιρό, ωστόσο, ότι ο βασικός περιορισμός για την ανάπτυξη δεν είναι η εξάντληση των πόρων, αλλά μάλλον η εξάντλησης του διαθέσιμου χώρου για τα υποπροϊόντα αυτής της ανάπτυξης. Οι άνθρωποι γεμίζουν την ατμόσφαιρα της γης με τα αέρια του θερμοκηπίου, σπιλώνουν τον υδροφόρο ορίζοντα και τα επιφανειακά ύδατα με θανατηφόρους ρύπους, διαβρώνουν τα εδάφη της και επιτρέπουν σε βλαβερές τοξικές ουσίες να συσσωρεύονται στο ανθρώπινο σώμα.
Παθιασμένος με την αριθμητική ακρίβεια των προβλέψεων που έγιναν πριν από δεκαετίες στο The Limits to Growth, ο Lomborg αγνοεί τη σημασία των ποιοτικών ιδεών της μελέτης αυτής, που εξακολουθούν να ισχύουν και σήμερα, σχετικά με τις διασυνδέσεις μεταξύ της ανθρωπότητας και του φυσικού κόσμου. Το βιβλίο παρουσιάζει τους πολλούς τρόπους με τους οποίους οι αυξήσεις στον ανθρώπινο πληθυσμό και στα επίπεδα κατανάλωσης υπονομεύουν την βιωσιμότητα της ανθρώπινης κοινωνίας, μεταξύ άλλων μέσω της ρύπανσης, της εξάντλησης των ανανεώσιμων και μη ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, καθώς και της βιομηχανικής παραγωγής. Ο Lomborg αγνοεί, επίσης, κάποια από την ακριβή ποσοτική γνώση της μελέτης: οι πρόσφατες αναλύσεις των επιστημόνων δείχνουν ότι «Τα όρια της ανάπτυξης» ήταν παραδόξως σωστά σε τουλάχιστον μερικές από τις πιο σημαντικές προβλέψεις τους. Σε μια επανεξέταση της μελέτης, οι οικολόγοι Charles Hall και John Day έδειξαν ότι αν ένα χρονοδιάγραμμα προστεθεί στις προβλέψεις του βιβλίου, με το έτος 2000 στα μέσα του δρόμου «τότε τα αποτελέσματα του μοντέλου είναι σχεδόν ακριβώς τα ίδια περίπου 35 χρόνια αργότερα, το 2008».
«Τα όρια της ανάπτυξης» αντιμετώπισαν την μακάρια άγνοια πολλών οικονομολόγων και μεγιστάνων των επιχειρήσεων που ήθελαν να πιστεύουν στο όνειρο για το βολικό «κέρας» της απεριόριστης ανάπτυξης, αρνούμενοι το πεπερασμένο του φυσικού περιβάλλοντος. Πολλοί πολιτικοί, ωστόσο, κατανόησαν την αξία της μελέτης και προσπάθησαν να ενσταλάξουν τις βασικές του έννοιες μέσα στον πολιτισμό μας, αλλά χωρίς επιτυχία. Η επιστημονική κοινότητα έχει έτσι ένα ακόμα εκπαιδευτικό έργο να κάνει, και το να το ολοκληρώσει είναι απαραίτητο για την εξασφάλιση του μέλλοντος του πολιτισμού μας.
ΤΙ ΛΕΕΙ Η ΕΠΙΣΤΗΜΗ
Ο Lombοrg προωθεί πολλές παρανοήσεις στο δοκίμιό του. Θρηνώντας για τα αποτελέσματα «Των ορίων της ανάπτυξης» ως ούτε «απλά ούτε εύκολα να γίνουν κατανοητά», ο Lomborg αποτυγχάνει να συλλάβει αυτό που πολλοί καταξιωμένοι επιστήμονες και πολιτικοί έχουν μάθει από καιρό: ότι η πρόβλεψη των λεπτομερειών των σύνθετων φαινομένων είναι δύσκολη. Υπό το πρίσμα αυτό, «Τα όρια της ανάπτυξης» ήταν μόνο ένα πρώτο πλήγμα στην ανάλυση των περίτεχνων δυναμικών που κάνουν την συνεχιζόμενη οικονομική ανάπτυξη να απειλεί τη βιωσιμότητα της ανθρώπινης κοινωνίας.
Ο Lomborg εμφανίζει περαιτέρω επιστημονική άγνοια, όταν μιλάει για τα παρασιτοκτόνα. Η εκτίμησή του για 20 θανάτους Αμερικανών ετησίως από τα παρασιτοκτόνα αγνοεί τόσο την οικολογική ζημιά που προκαλούν καθώς και τα ανθρώπινα προβλήματα υγείας, όπως ο καρκίνος, οι ορμονικές διαταραχές καθώς και οι νευρολογικές επιπτώσεις που σχετίζονται με την έκθεση σε φυτοφάρμακα. Το επιχείρημά του ότι το DDT είναι μια φθηνή και αποτελεσματική λύση για την ελονοσία παραβλέπει την ικανότητα των κουνουπιών, όπως και των άλλων παρασίτων, να αναπτύσσουν αντιστάσεις. Τα παρασιτοκτόνα μπορούν να αποτελέσουν πολύτιμα εργαλεία όταν χρησιμοποιούνται ως νυστέρια, αλλά όταν χρησιμοποιούνται ως αξίνες, η ανάπτυξη αντιστάσεων συχνά αναιρεί την αποτελεσματικότητά τους. Αυτός είναι ο λόγος που πολλοί επιδημιολόγοι φοβούνται ότι η κοινωνία απομακρύνεται από την ευτυχισμένη εποχή των αποτελεσματικών αντιβιοτικών.
Ο Lomborg διαιωνίζει επίσης την άρνηση των πολλαπλών τρόπων με τους οποίους ο πολιτισμός υποστηρίζεται από ένα υγιές περιβάλλον. Ναι, μπορούμε να συνεχίσουμε να επεκτεινόμαστε σε προηγουμένως ανεκμετάλλευτη καλλιεργήσιμη γη, αλλά μόνο με το κόστος της υπονόμευσης των γιγαντιαίων οικοσυστημάτων του πλανήτη που εξασφαλίζουν ότι η ανθρωπότητα θα έχει καθαρό αέρα, καθαρό νερό και ένα βιώσιμο και ήπιο κλίμα. Ναι, μπορούμε να παραιτηθούμε από την ανακύκλωση και να αναπτύξουμε φυτείες για την παραγωγή χαρτιού, αλλά μόνο εις βάρος της βιοποικιλότητας. Πράγματι, καθώς η πληθυσμιακή αύξηση και η υπερκατανάλωση υποβαθμίζουν το περιβάλλον, τίποτα από την οικονομική ανάπτυξη που ο Lomborg ελπίζει δεν θα είναι δυνατόν. Επιπλέον, η ικανότητα της κοινωνίας και των θεσμικών της οργάνων να διατηρήσουν, πόσω μάλλον να βελτιώσουν, την ποιότητα της ζωής - μια ικανότητα που Lomborg θεωρεί δεδομένη - θα βρίσκεται σε κίνδυνο.
Ο Lomborg επαναλαμβάνει την ιστορία για το πώς ο βιολόγος Paul Ehrlich, ο φυσικός John Holdren και ένας από μας, έχασαν ένα στοίχημα το 1990 αφότου ο οικονομολόγος Julian Simon στοιχημάτισε ότι οι τιμές μιας σειράς βασικών προϊόντων θα μειωθούν κατά τη διάρκεια μιας δεκαετούς περιόδου. Αλλά αν το στοίχημα είχε επεκταθεί για λίγα χρόνια, οι επιστήμονες θα είχαν κερδίσει, γιατί οι τιμές των εμπορευμάτων είχαν, κατά μέσο όρο, αυξηθεί. Ο Simon αργότερα αμφισβήτησε οικολόγους σε ένα νέο γύρο στοιχημάτων για το μέλλον. Ο Ehrlich και ο κλιματολόγος Stephen Schneider αποδέχθηκαν την πρόκληση και πήραν 15 περιβαλλοντικά σημαντικές τάσεις, όπως η συγκέντρωση των αερίων του θερμοκηπίου στην ατμόσφαιρα και το μέγεθος της βιοποικιλότητας στον πλανήτη. Προς έκπληξή μας, μόλις αναγνώρισε τις τάσεις, ο Simon είδε τα πράγματα αλλιώς και αμέσως αποχώρησε από το στοίχημα. Θα είχε χάσει πάνω από 10.000 δολάρια. Πράγματι, οι περιορισμοί για τις ανθρώπινες επιχειρήσεις εκτείνονται πέρα από τα ορυκτά. Η πείνα στον κόσμο αυξάνεται, όπως κάνει και το κόστος των βασικών ειδών διατροφής. Τα πρόσκαιρα βήματα προόδου του περιβαλλοντικού κινήματος, όπως η δημιουργία οικολογικών περιοχών για την προστασία της βιοποικιλότητας, αποδεικνύονται όλο και λιγότερο αποτελεσματικά απέναντι στο καθαρό βάρος της περαιτέρω αύξησης του πληθυσμού και της αύξησης της κατανάλωσης.
ΤΟ ΣΩΣΤΟ ΕΙΔΟΣ ΚΑΙΝΟΤΟΜΙΑΣ
Ο Lomborg έχει δίκιο ότι η καινοτομία είναι ένα σημαντικό εργαλείο. Ωστόσο, φαίνεται να εμφανίζει μια περίεργη έλλειψη εμπιστοσύνης στην ανθρώπινη εφευρετικότητα όταν πρόκειται για την επίλυση των περιβαλλοντικών προβλημάτων που η επιστήμη έχει προσδιορίσει ότι είναι από τα πιο ανησυχητικά για το μέλλον της ανθρωπότητας. Επαινεί ακριβώς τα μέτρα που προκαλούν την διατάραξη του κλίματος και την ρύπανση, όπως οι υπεράκτιες γεωτρήσεις πετρελαίου, αλλά δεν έχει τέτοια εμπιστοσύνη ότι τα τεχνολογικά επιτεύγματα μπορούν να μειώσουν σημαντικά την εξάρτηση του κόσμου από τα ορυκτά καύσιμα. Υμνεί ένα σύστημα παραγωγής τροφίμων που είναι γεμάτο από υπερκατανάλωση λιπασμάτων, επιβλαβών παρασιτοκτόνων, φυτοφαρμάκων και αντιβιοτικών, και το οποίο είναι ένας σημαντικός καταστροφέας της βιοποικιλότητας από την οποία εξαρτάται, αλλά δεν βλέπει ελπίδα για νέες εφευρέσεις που θα μπορούσαν να μειώσουν το κόστος των βιολογικά παραγόμενων τροφίμων. Δυστυχώς, ο Lomborg φαίνεται να υποστηρίζει την εφευρετικότητα μόνο για τις τάσεις που του αρέσουν, αντί για τις τεχνολογίες που θα μπορούσαν να δημιουργήσουν ένα πιο βιώσιμο μέλλον.
Στην πραγματικότητα, η επιστημονική κοινότητα ξέρει πώς να μεταβεί σε ανανεώσιμες πηγές καθαρής ενέργειας για να δημιουργήσει έναν πιο ασφαλή, πολιτικά πιο σταθερό κόσμο και να προλάβει την καταστροφική κλιματική αλλαγή χωρίς να αποκλιμακώσει τα επίπεδα της ποιότητας ζωής. Ξέρουμε πώς να ανακόψουμε το πρόβλημα του υπερπληθυσμού με την παροχή γνώσης οικογενειακού προγραμματισμού και με αντισυλληπτικά για πάνω από 100 εκατομμύρια γυναίκες που τους λείπουν στις αναπτυσσόμενες χώρες. Εκεί που ο κόσμος χρειάζεται περισσότερο την εφευρετικότητα που ο Lomborg μας διαβεβαιώνει ότι υπάρχει, είναι για την αντικατάσταση ενός οικονομικού συστήματος γαντζωμένου στην διαρκή ανάπτυξη και την υπερκατανάλωση από τους πλούσιους, με ένα άλλο που είναι πολύ πιο δίκαιο και βιώσιμο.
Σε αντίθεση με τον Lomborg, οι περισσότεροι επιστήμονες κατανοούν τις ολέθριες επιπτώσεις του υπερπληθυσμού στο περιβάλλον. Το 1993, 58 ακαδημίες επιστημών δήλωσαν ότι «η συνεχιζόμενη αύξηση του πληθυσμού θέτει σε μεγάλο κίνδυνο την ανθρωπότητα», και τώρα φαίνεται ότι ο πληθυσμός σχεδόν θα διπλασιαστεί μέχρι το τέλος αυτού του αιώνα από το μέγεθος που είχε το 1993. Άλλες πρόσφατες επιστημονικές ανακοινώσεις ακούγονταν με εξίσου «κινδυνολογικό» τόνο, και είχαν καλό λόγο γι’ αυτό. Τον Μάρτιο, για παράδειγμα, οι συμμετέχοντες στη συνάντηση «Planet Under Pressure», μια συγκέντρωση επιστημόνων για την κλιματική αλλαγή, δήλωσαν ότι «η συνεχής λειτουργία του συστήματος της Γης, όπως έχει στηρίξει την ευημερία του ανθρώπινου πολιτισμού τους τελευταίους αιώνες, βρίσκεται πλέον σε κίνδυνο. Χωρίς επείγουσα δράση, αντιμετωπίζουμε απειλές για το νερό, τα τρόφιμα, τη βιοποικιλότητα και άλλους κρίσιμους πόρους: οι απειλές αυτές δημιουργούν κινδύνους για εντεινόμενες οικονομικές, οικολογικές και κοινωνικές κρίσεις, δημιουργώντας την πιθανότητα για μια ανθρωπιστική κατάσταση έκτακτης ανάγκης σε παγκόσμια κλίμακα». Για να μεταφραστούν αυτές οι προειδοποιήσεις της επιστημονικής κοινότητας σε δράση, ο κόσμος χρειάζεται απεγνωσμένα μια θαρραλέα πολιτική ηγεσία που θα αντιμετωπίσει τις ισχυρές ομάδες συμφερόντων οι οποίες συνεχίζουν να αρνούνται τη μη βιωσιμότητα της σημερινής ύπαρξης της ανθρωπότητας.
«Τα όρια της ανάπτυξης» βοήθησαν να εκπαιδευτεί μια γενιά, και, τώρα περισσότερο από ποτέ, αυτοί που ενδιαφέρονται για την ανθρωπότητα πρέπει να προωθήσουν τις λύσεις που μπορούν να κάνουν πιο βιώσιμη την κοινωνία. Η άρνηση της επιστήμης είναι μια απολύτως ακίνδυνη δραστηριότητα όταν γίνεται στην ησυχία ενός σπιτιού, αλλά όταν οι επιστημονικές παρανοήσεις καταγράφονται στις σελίδες των μέσων μαζικής ενημέρωσης, όπως το δοκίμιο του Lomborg, αποτελούν απειλή για την παγκόσμια ευημερία.
Ο JOHN HARTE είναι καθηγητής της Επιστήμης των Οικοσυστημάτων στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια, Berkeley.
Η MARY ELLEN HARTE είναι βιολόγος και αρθρογράφος για θέματα κλιματικής αλλαγής και πληθυσμού.
Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ LOMBORG
«Τα όρια της ανάπτυξης» προέβλεπαν την καταστροφή: η ανθρωπότητα θα εξαντλούσε τους φυσικούς πόρους και μόλυνε τον εαυτό της ως τον θάνατο. Η λύση που πρότεινε ήταν η λιγότερη οικονομική ανάπτυξη, η ενίσχυση της ανακύκλωσης καθώς και η βιολογική γεωργία. Το δοκίμιό μου τεκμηριώνει το πώς οι προβλέψεις του βιβλίου ήταν πάρα πολύ λάθος, κυρίως επειδή οι συγγραφείς του αγνοούσαν το πώς η καινοτομία θα βοηθήσει τους ανθρώπους να ξεπεράσουν τις περιβαλλοντικές προκλήσεις.
Επειδή ο στόχος του βιβλίου ήταν τόσο δραματικός – να αποτρέψει το τέλος του κόσμου - οι συστάσεις του προς την κοινωνία ήταν να κάνει ταυτόχρονα όλα όσα μπορεί για να αποτρέψει την έκβαση αυτή. Σήμερα, ένα μεγάλο μέρος του περιβαλλοντικού κινήματος συνεχίζει να χρησιμοποιεί τέτοια κινδυνολογία και, ως εκ τούτου, δεν είναι σε θέση να βάλει προτεραιότητες. Οι ανεπτυγμένες χώρες εστιάζουν τόσο πολύ στην ανακύκλωση, η οποία επιτυγχάνει ελάχιστα και με υψηλό κόστος, όσο και στην επίτευξη των πολύ μεγαλύτερων ωφελημάτων από την αντιμετώπιση της ατμοσφαιρικής ρύπανσης, μιας τεράστιας, αν και φθίνουσας, απειλής. Εν τω μεταξύ, οι απαιτήσεις κάποιων οικολόγων είναι απλά αντιπαραγωγικές. Το να αποφευχθούν τα παρασιτοκτόνα, για παράδειγμα, σημαίνει πολύ περισσότερη γεωργικά εκμεταλλεύσιμη γη αλλά με λιγότερο αποτελεσματικό τρόπο, κάτι που οδηγεί σε υψηλότερες τιμές, περισσότερη πείνα, περισσότερες ασθένειες (λόγω της χαμηλότερης πρόσληψης φρούτων και λαχανικών), και λιγότερη βιοποικιλότητα.
Το δοκίμιό μου υποστήριξε ότι αν και η ανάλυση στα «Όρια της ανάπτυξης» έχει αποδειχθεί λάθος, ένα μεγάλο μέρος της καταστροφολογικής της προφητείας και των συμβουλών για τις ενδεδειγμένες πολιτικές εξακολουθεί να κυριαρχεί στην περιβαλλοντική συζήτηση, 40 χρόνια αργότερα. Αυτές οι τέσσερις επικρίσεις (σ.σ.: που δημοσιεύονται ανωτέρω), αντί να ανατρέψουν το επιχείρημά μου, στην πραγματικότητα το δικαιώνουν.
Πρώτον, μόνον ο Dennis Meadows προσπαθεί πραγματικά να υπερασπιστεί τις προβλέψεις περί κατάρρευσης στα «Όρια της ανάπτυξης», και το κάνει με μικρή πειστικότητα. Δεύτερον, τουλάχιστον μερικές από τις απαντήσεις δέχονται κατ' αρχήν ότι η κοινωνία θα πρέπει να βάλει προτεραιότητες μεταξύ των διαφόρων περιβαλλοντικών στόχων και ότι η οικονομική ανάπτυξη θα καταστήσει ευκολότερη την επίτευξή τους - σύμφωνα με τα λόγια της Frances Beinecke, «η ευημερία οδηγεί συχνά σε μεγαλύτερη προστασία του περιβάλλοντος». Τρίτον, και οι τέσσερις κριτικές του δοκιμίου μου βασίζονται στη γλώσσα της καταστροφής για να παρακινήσουν σε δράση, η οποία, σε βάρος του περιβάλλοντος, πείθει την κοινωνία των πολιτών ότι πρέπει να ακολουθήσει όλους τους περιβαλλοντικούς στόχους δια μιάς, ανεξάρτητα από το κόστος και τα οφέλη. Τέλος, εστιάζοντας στις απειλές της οικονομικής ανάπτυξης για το περιβάλλον, οι συγγραφείς γενικά υποβαθμίζουν το γεγονός ότι η ανάπτυξη έχει τραβήξει δισεκατομμύρια ανθρώπους έξω από την σκληρή φτώχεια και ότι κάποιοι άλλοι μπορεί να παραμείνουν φτωχοί λόγω των περιβαλλοντικών ανησυχιών του ανεπτυγμένου κόσμου, πραγματικών ή φανταστικών.
ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΛΑΘΟΣ
Υπερασπιζόμενος «Τα όρια της ανάπτυξης», ο Meadows περιέργως παραπονείται ότι απευθύνομαι μόνο στο πρωτότυπο βιβλίο, το οποίο «έχει εξαντληθεί από καιρό». Και τότε λέει ότι η υπόθεσή μου στηρίζεται σε έναν πίνακα από αυτό το βιβλίο, εκείνον για την εξάντληση των πόρων, τον οποίον λέει ότι παραποίησα. Αυτό είναι λάθος από πολλές απόψεις.
Πρώτον, είναι προφανώς λανθασμένος ο ισχυρισμός, όπως ο Meadows τον κάνει με ένα απόσπασμα από τον Matthew Simmons, ότι «πουθενά στο βιβλίο δεν υπήρχε καμία αναφορά σχετικά με την εξάντληση οτιδήποτε μέχρι το 2000». (Ο Jørgen Randers κάνει μια παρόμοια παρατήρηση). «Τα όρια της ανάπτυξης» αναφέρουν επιδοκιμαστικά την πρώτη ετήσια έκθεση του Συμβουλίου Περιβαλλοντικής Ποιότητας της αμερικανικής κυβέρνησης, το 1970: «Φαίνεται σήμερα ότι οι ποσότητες της πλατίνας, του χρυσού, του ψευδαργύρου και του μολύβδου δεν είναι επαρκείς για να ανταποκριθούν στη ζήτηση. Με τον σημερινό ρυθμό επέκτασης ... το ασήμι, ο κασσίτερος και το ουράνιο μπορεί να εμφανίσουν ελλειμματικό ανεφοδιασμό ακόμη και σε υψηλότερες τιμές, κοντά στον χρόνο αλλαγής του αιώνα». Ο πίνακας που ο ίδιος ο Meadows δημοσιοποίησε με «τον αριθμό των ετών που τα γνωστά παγκόσμια αποθέματα θα διαρκέσουν με την τρέχουσα παγκόσμια κατανάλωση», δείχνει ότι ο χρυσός, ο μόλυβδος, ο υδράργυρος, το ασήμι, ο κασσίτερος και ο ψευδάργυρος δεν θα διαρκέσουν έως το έτος 2000. Οι περιπτώσεις συνεχίζονται.
Σύμφωνα με το μοντέλο του βιβλίου, η βασική κινητήρια δύναμη της λεγόμενης κατάρρευσης του παγκόσμιου συστήματος θα είναι η εξάντληση των πόρων, και η αποτροπή αυτού του αποτελέσματος ήταν το ευρέως διαφημιζόμενο σύνθημα του βιβλίου. Έτσι, η εστίαση σε αυτή την πτυχή του βιβλίου δύσκολα μπορεί να ονομαστεί διαστρέβλωση. Επιπλέον, το να υποστηρίζεται ότι αυτή είναι η μόνη μου κριτική αγνοεί ότι επίσης έδειξα πως το βιβλίο εξέλαβε λανθασμένα την ρύπανση και πως η ανάλυσή του για επικείμενη κατάρρευση απλά δεν επακολουθεί.
Οι Meadows και Randers αμφότεροι ισχυρίζονται ότι στο μοντέλο τους, η ρύπανση αποτελείται από μακράς διάρκειας ζωής τοξικά, όχι ατμοσφαιρική ρύπανση. Στην πραγματικότητα, ήταν πολύ πιο ασαφείς σε αυτό το θέμα πίσω στο 1972. Στην καλύτερη περίπτωση για τις προβλέψεις τους περί θανατηφόρας ρύπανσης, εννοούσαν την ατμοσφαιρική ρύπανση, η οποία σήμερα αντιπροσωπεύει περίπου το 62% του συνόλου των θανάτων από περιβαλλοντικές αιτίες, σύμφωνα με την Παγκόσμια Τράπεζα και τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας. Αλλά, αν πράγματι εννοούσαν τις μακρόβιες τοξικές ουσίες, η πρόβλεψή τους ότι «η ρύπανση αυξάνεται πολύ γρήγορα, προκαλώντας άμεση αύξηση του ποσοστού θανάτων» έχει σαφώς ανατραπεί από την παγκόσμια μείωση των θανάτων και την μαζική μείωση των επίμονων ρύπων.
Οι John Harte και Mary Ellen Harte προβάλλουν μια εξίσου αδύναμη άμυνα για «Τα όρια στην ανάπτυξη», δεδομένου ότι δεν αμφισβητούν τα στοιχεία μου. Επισημαίνουν ένα άρθρο των οικολόγων Charles Hall και John Day για να πουν ότι τα αποτελέσματα των «Ορίων της Ανάπτυξης» ήταν «σχεδόν ακριβώς στην πορεία που είχε υπολογιστεί για περίπου 35 χρόνια αργότερα, το 2008». Αυτό είναι απλά λάθος όταν πρόκειται για τα επίπεδα των πόρων, όπως δείχνουν τα δεδομένα στο αρχικό δοκίμιό μου, και μάλιστα το συγκεκριμένο άρθρο δεν περιέχει ούτε μια αναφορά για τους ισχυρισμούς τους σχετικά με την μείωση των πηγών πετρελαίου και χαλκού.
Οι Harte και Harte περαιτέρω υποστηρίζουν ότι η αύξηση του κόστους των πόρων κατά τη διάρκεια των τελευταίων δέκα ετών είναι απόδειξη των «περιορισμών στην ανθρώπινη επιχείρηση». Ο Meadows ισχυρίζεται ότι αυτή η αύξηση μπορεί να «προαναγγέλλει μια μόνιμη αλλαγή στην τάση». Ωστόσο, κανείς δεν εξηγεί το επιχείρημα, γιατί τα εμπειρικά δεδομένα από τα τελευταία 150 χρόνια το υπονομεύουν συντριπτικά. Ο λόγος είναι ότι μια προσωρινή αύξηση της σπανιότητας ενός πόρου προκαλεί αύξηση στην τιμή του, κάτι το οποίο με τη σειρά του ενθαρρύνει την περισσότερη εξερεύνηση, την αντικατάσταση, και την καινοτομία σε όλη την αλυσίδα της παραγωγής, εκμηδενίζοντας έτσι κάθε αύξηση τιμής λόγω σπανιότητας.
Οι Harte και Harte επιδεικνύουν την δυσάρεστη αλαζονεία που συνοδεύει την αληθινή πίστη, υποστηρίζοντας ότι «αρνούμαι» τη γνώση, προωθώ τις «επιστημονικές παρανοήσεις» και παρουσιάζω «επιστημονική άγνοια». Παίρνουν συγκεκριμένο θέμα από τον ισχυρισμό μου ότι το DDT είναι μια φθηνή λύση για την ελονοσία, δηλώνοντας ότι παραβλέπω το θέμα της βιολογικής αντίστασης. Στην πραγματικότητα, όλες οι θεραπείες της ελονοσίας αντιμετωπίζουν αυτό το πρόβλημα, αλλά το DDT λιγότερο από τις άλλες. Εκεί που πολλές θεραπείες ελονοσίας, όπως η διελδρίνη, λειτουργούν μόνο με το να σκοτώνουν τα έντομα, το DDT επίσης τα απωθεί και τα ερεθίζει. Η διελδρίνη δημιουργεί έντονα φαινόμενα βιολογικής αντίστασης, ενώ το DDT λειτουργεί με τρεις τρόπους και επιπλέον απωθεί το 60% των ανθεκτικών στο DDT κουνουπιών.
ΛΑΘΟΣ ΣΥΝΑΓΕΡΜΟΣ
Και οι τέσσερις επικρίσεις περιέχουν μεγάλη δόση καταστροφολογίας. Η Beinecke επικαλείται «ανησυχητικά» περιβαλλοντικά προβλήματα, από την υπεραλίευση ως την καταστροφή των τροπικών δασών και την υπερθέρμανση του πλανήτη. Αυτά είναι πραγματικά προβλήματα, αλλά, επίσης, αξίζουν πρακτική σκέψη και προσεκτική ιεράρχηση προτεραιοτήτων. Τα ψάρια και τα δάση της βροχής, όπως και άλλοι πόροι που υπόκεινται σε πολιτικό έλεγχο, τείνουν να υφίστανται υπερεκμετάλλευση. Αντίθετα, όταν οι πόροι ελέγχονται από ιδιώτες και ιδιωτικές ομάδες, οι ιδιοκτήτες τους αναγκάζονται να σταθμίσουν τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητά τους.
Πράγματι, η απάντηση της Beinecke αντανακλά την πιο ατυχή κληρονομιά του The Limits to Growth: λόγω της επίμονης πεποίθησής του ότι ο πλανήτης βρίσκεται σε κρίση, το περιβαλλοντικό κίνημα προτείνει την αντιμετώπιση όλων των περιβαλλοντικών προβλημάτων ταυτόχρονα. Αυτό είναι αδύνατο, βέβαια, έτσι η κοινωνία καταλήγει να εστιάζει κυρίως σε ό, τι τραβάει την προσοχή της κοινής γνώμης. Η Beinecke αναγνωρίζει ότι οι εκστρατείες θεσμοθέτησης περιβαλλοντικής πολιτικής «προέκυψαν από όσα οι άνθρωποι είδαν με τα μάτια τους: Ακατέργαστα λύματα στην περιοχή των Μεγάλων Λιμνών, τόσο πυκνό νέφος που έκρυψε την γέφυρα George Washington, συστηματική πετρελαϊκή λεηλασία των παρθένων παραλιών της Σάντα Μπάρμπαρα». Ωστόσο, το νέφος σκότωνε περισσότερους από 300.000 Αμερικανούς κάθε χρόνο, ενώ τα αποτελέσματα των πετρελαιοκηλίδων, αν και σοβαρά, ήταν πολύ χαμηλότερης τάξης μεγέθους.
Ισχυρίζεται ότι ο αμερικανικός νόμος Clean Air Act έρχεται σε αντίθεση με κάποιον τρόπο με το επιχείρημα μου, όταν εγώ στην πραγματικότητα τονίζω ότι η κοινωνία θα έπρεπε να επικεντρωθεί περισσότερο στον καθαρότερο αέρα. Σήμερα, περίπου 135.000 Αμερικανοί εξακολουθούν να πεθαίνουν από την ρύπανση του εξωτερικού αέρα κάθε χρόνο, και δύο εκατομμύρια άνθρωποι, κυρίως στον αναπτυσσόμενο κόσμο, πεθαίνουν από την ρύπανση του αέρα στο εσωτερικό των σπιτιών. Αντί της εστίασης στα πολλά αμελητέα περιβαλλοντικά προβλήματα που τραβούν την προσοχή του κοινού, όπως έκανε η Αμερικανική Υπηρεσία Προστασίας Περιβάλλοντος όταν επικεντρώθηκε τόσο πολύ στα παρασιτοκτόνα στη δεκαετία του 1970 και του 1980, η κυβέρνηση θα πρέπει να αντιμετωπίσει τα πιο σημαντικά περιβαλλοντικά προβλήματα, με πρώτη την ποιότητα του αέρα. Η Beinecke χάνει εντελώς την αντιδιαστολή αυτή.
Οι Harte και Harte δείχνουν ένα παρόμοιο έλλειμμα αναλογίας και προτεραιοτήτων. Απαντώντας στον ισχυρισμό μου ότι ένα ελαφρώς μεγαλύτερο μέρος της καλλιεργήσιμης γης στον κόσμο - περίπου 5% - θα πρέπει να αξιοποιηθεί προκειμένου να τροφοδοτήσει την ανθρωπότητα, προσφέρουν έναν ατεκμηρίωτο φόβο ότι μια τέτοια επέκταση θα υπονόμευε «γιγάντια πλανητικά οικοσυστήματα». Ωστόσο, όταν ανησυχούν για τα παρασιτοκτόνα, φαίνονται ανεπηρέαστοι από το γεγονός ότι αποφεύγοντάς τα θα απαιτείτο από την κοινωνία η αύξηση της έκτασης των γεωργικών εκμεταλλεύσεων κατά περισσότερο από δέκα φορές το ποσοστό αυτό.
ΗΡΕΜΙΑ
Αν «Τα όρια της ανάπτυξης» πλανήθηκαν για μερικές από τις ποσοτικές προβλέψεις, τότε ίσως, όπως το έθεσαν οι Harte και Harte, η «ποιοτική γνώση τους εξακολουθεί να ισχύει και σήμερα». Ο Randers αναφέρει την υπερθέρμανση του πλανήτη ως τον νέο λόγο για τον οποίο το βιβλίο είχε δίκιο. Συζητώντας τις προβλέψεις του για τις υψηλές εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα, ο Randers, γράφει, «Το μέλλον είναι δυσάρεστα παρόμοιο με το “σενάριο της επίμονη ρύπανσης” από Τα Όρια της Ανάπτυξης».
Αλλά η σύγκριση είναι αβάσιμη και οδηγεί σε κακή κρίση. Στην αρχική διαμόρφωση στα Όρια της Ανάπτυξης, η ρύπανση οδηγεί σε πολιτισμική παρακμή και θάνατο. Αν και πολλοί περιβαλλοντολόγοι συζητούν την υπερθέρμανση του πλανήτη με παρόμοιους κατακλυσμικούς όρους, τα σενάρια της Διακυβερνητικής Επιτροπής για την Κλιματική Αλλαγή προβλέπουν αντίθετα μια σταδιακά επιδεινούμενη επιβράδυνση της ανάπτυξης. Τυπικές αναλύσεις δείχνουν μια μείωση από μηδέν έως 5% του παγκόσμιου ΑΕΠ μέχρι το 2100, σε έναν κόσμο όπου ο μέσος άνθρωπος στον αναπτυσσόμενο κόσμο θα είναι 23 φορές πιο πλούσιος από όσο είναι σήμερα.
Επιπλέον, παρόλο που οι απαντήσεις στο δοκίμιό μου επικαλούνται την υπερθέρμανση του πλανήτη ως ένα νέο σύνθημα για περιβαλλοντικό ακτιβισμό, αποτυγχάνουν να προτείνουν συγκεκριμένες δράσεις για να την αποτρέψουν. Οι Harte και Harte ισχυρίζονται ότι «η επιστημονική κοινότητα ξέρει πώς να κάνει την μετάβαση σε ανανεώσιμες πηγές καθαρής ενέργειας». Σίγουρα, ανεπτυγμένες χώρες έχουν την τεχνογνωσία να υιοθετήσουν την καθαρή ενέργεια, αλλά δεν το έχουν πράξει διότι θα εξακολουθεί να είναι ιδιαίτερα ακριβή. Οι πολιτικές που αποσκοπούν στην καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής έχουν αποτύχει τις τελευταίες δύο δεκαετίες, επειδή ένα μεγάλο μέρος του περιβαλλοντικού κινήματος, υιοθετώντας ένθερμα την κινδυνολογία των «Ορίων της Ανάπτυξης» και έχοντας την αυτοπεποίθηση της αίσθησης καθήκοντος, αρνήθηκε να σταθμίσει το κόστος και τα οφέλη και απαίτησε οι χώρες να εγκαταλείψουν αμέσως όλες τις ρυπογόνες πηγές ενέργειας.
Πολλοί οικονομολόγοι, συμπεριλαμβανομένων των 27 οικονομολόγων που συμμετείχαν στην διάσκεψη για την Κλιματική Συναίνεση της Κοπεγχάγης το 2009, έχουν επισημάνει πιο έξυπνους τρόπους προόδου. Ο καλύτερος τρόπος για την αντιμετώπιση της υπερθέρμανσης του πλανήτη θα είναι να γίνουν σημαντικές επενδύσεις στην πράσινη ενεργειακή Έρευνα και Ανάπτυξη, προκειμένου να βρεθεί ένας τρόπος για την παραγωγή καθαρής ενέργειας με χαμηλότερο κόστος από όσο επιβάλλουν τα ορυκτά καύσιμα. Ως ένας από τους κορυφαίους υποστηρικτές αυτής της προσέγγισης, δεν μπορώ να καταλάβω πως οι Harte και Harte μπόρεσαν να ισχυριστούν ότι δεν υποστηρίζω την καινοτομία της καθαρής ενέργειας.
Δυστυχώς, ο κόσμος θα πιεστεί να εστιάσει σε πιο έξυπνες περιβαλλοντικές πολιτικές μέχρι να διαγραφεί η φοβερή καταστροφολογία του The Limits to Growth. Και μέχρι το περιβαλλοντικό κίνημα να μπορέσει να ξεπεράσει τον φόβο του για την οικονομική ανάπτυξη, θα ξεχνά επίσης πολύ εύκολα τα δεινά των δισεκατομμυρίων φτωχών ανθρώπων που χρειάζονται, πάνω απ ' όλα, περισσότερη και ταχύτερη ανάπτυξη.
ΤΟΥ Frances Beinecke
ΣΥΝΔΕΣΕΙΣ:

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου