Πέμπτη, 29 Αυγούστου 2013

Υπάρχει προηγούμενο για τη δράση κατά της Συρίας

Μετά από σχεδόν μια δεκαετία βαλκανικών πολέμων, ένας από εμάς έγραψε βιβλίο σχετικά με τα διδάγματα από τις ΝΑΤΟϊκές επεμβάσεις. Ένα από τα αυτά τα διδάγματα, σε σχέση με τον πόλεμο στη Βοσνία, προήλθε από τη συνειδητοποίηση ότι «στην πράξη, το να ξεπεραστεί η παράλυση ενός πολέμου που απειλεί αξίες αλλά όχι-άμεσα- τη βασική ασφάλεια, απαιτούσε μια ουσιαστική σύγκλιση της οργής και της αποφασιστικότητας μεταξύ των βασικών δυτικών συμμάχων». Η εμπειρία αυτή πρότεινε:
«ένα τελικό συμπέρασμα…. Ότι είναι ίσως το πιο απογοητευτικό για τους αναλυτές και τους σχεδιαστές. Η αμοιβαία παράλυση –ακόμη και εν όψει του μεγάλου κακού- είναι στη φύση μιας δημοκρατικής συμμαχίας. Αυτό υποδηλώνει ότι οι κρίσεις πρέπει πραγματικά να «ωριμάζουν» προτού οι εξωγενείς δυνάμεις μπορούν να ενωθούν και να τις αντιμετωπίσουν. Από τη στιγμή που θα ωριμάσουν ωστόσο, μεγάλο μέρος της ευκαιρίας για μια αποτελεσματική επέμβαση, θα έχει χαθεί.

Υπάρχουν πολλοί που υποστηρίζουν ότι μια πρόωρη επέμβαση στην πλευρά των συριακών ομάδων ανταρτών θα μπορούσε να εξασφαλίσει μια ευνοϊκότερη έκβαση με λιγότερη αιματοχυσία. Η υπόθεση είναι συζητήσιμη, αν και προφανώς κερδοσκοπική, και σε κάθε περίπτωση έρχεται σε αντίθεση με τους εγγενείς περιορισμούς που περιγράφονται παραπάνω. Εμφανίζεται τώρα ωστόσο, ότι τουλάχιστον τρεις δυτικοί σύμμαχοι –οι ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Γαλλία- θα αναλάβουν στρατιωτική δράση ως αντίποινα για τη χρήση χημικών όπλων από την πλευρά της Συρίας, εναντίον πολιτών. Θα το κάνουν χωρίς την έγκριση από το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, και σε πείσμα ενός σημαντικού σκεπτικισμού –συμπεριλαμβανομένου προφανώς και του προέδρου Obama- ότι η στρατιωτική δράση θα επηρεάσει το συριακή εμφύλιο πόλεμο σε μια θετική κατεύθυνση.

Στο ενδεχόμενο μιας τέτοιας στρατιωτικής δράσης, τα βασικά ερωτήματα περιλαμβάνουν: πρώτον, μπορεί να δικαιολογηθεί, τόσο νομικά όσο και ηθικά; Δεύτερον, θα κάνει, πρακτικά, οτιδήποτε καλό; Αυτά δεν είναι εντελώς ξεχωριστά ζητήματα, αλλά για τους σκοπούς της ανάλυσης θα πρέπει να προσπαθήσουμε να τα σκεφτόμαστε ξεχωριστά.

Η στρατιωτική επέμβαση του ΝΑΤΟ στη Βοσνία ήταν αμφιλεγόμενη εκείνη την εποχή, αλλά η νομιμότητά της, τουλάχιστον εκ των υστέρων, είναι εύκολο να υπερασπιστεί. Η Βοσνία-Ερζεγοβίνη ήταν ένα αναγνωρισμένο μέλος των Ηνωμένων Εθνών, ακόμη κι αν οι Σέρβοι αμφισβητούσαν την κρατική της υπόσταση και τα σύνορά της, επομένως οι δυτικοί σύμμαχοι μπορούσαν εύλογα να ισχυριστούν ότι προσέφεραν βοήθεια σε μια κυρίαρχη Βοσνία, αναφορικά με το δικαίωμά της στην αυτοάμυνα. Επιπλέον, το ΝΑΤΟ συνεργαζόταν με τον ΟΗΕ για να επιβάλλει μια no-fly-zone και ασφαλείς περιοχές υπό τη δικαιοδοσία του ΟΗΕ, ακόμη κι αν η διπλή βασική συμφωνία ΟΗΕ-ΝΑΤΟ για την εξουσιοδότηση συγκεκριμένων στρατιωτικών ενεργειών, έπρεπε να «περάσε» κατά καιρούς από τις πρωτεύουσες του ΝΑΤΟ και τους στρατηγούς, προκειμένου να γίνει κάτι. Σε κάθε περίπτωση, τα ψηφίσματα του ΟΗΕ ήταν σαφή, όπως και οι επανειλημμένες παραβιάσεις των Σέρβων- συμπεριλαμβανομένης, πιο κατάφωρα, της καταληφθείσας από τους Σέρβους «ασφαλούς περιοχής» της Σεμπρένιτσα, όπου η σφαγή περίπου 8.000 ανδρών και αγοριών, κρίθηκε στη συνέχεια από ένα διεθνές δικαστήριο, ότι συντελέστηκε «γενοκτονία».

Η παρέμβαση στο Κοσσυφοπέδιο ήταν ένα άλλο ζήτημα, διότι το Κοσσυφοπέδιο αναγνωριζόταν ως μέρος μιας Γιουγκοσλαβίας με έλλειμμα εξουσίας. Το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ δεν επρόκειτο ποτέ να επιτρέψει την επέμβαση, δεδομένου ότι η Κίνα και ιδιαίτερα η Ρωσία, το θωρούσαν ως μια επικίνδυνη παραβίαση της κρατικής κυριαρχίας. Στο τέλος, το ΝΑΤΟ επικαλέστηκε μια ανώτερη νομοθεσία για την ανθρωπιστική προστασία ενάντια σε μια επικείμενη ανθρωπιστική κατακραυγή. Υπήρχαν νομικές θεωρίες με επιχειρήματα σχετικά με το για ποιο λόγο αυτή η επίκληση ακύρωσε την εξουσία του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ και θα μπορούσε επίσης να ισχυριστεί ότι ήταν νομιμοποιημένοι εκ των υστέρων όταν η γενική συνέλευση του ΟΗΕ θέσπισε μια κάπως ασαφή «ευθύνη για την προστασία». Σε κάθε περίπτωση, οι σύμμαχοι του ΝΑΤΟ οδηγήθηκαν στο να διεξάγουν πόλεμο για το Κοσσυφοπέδιο από την ισχυρή πεποίθηση ότι είχαν ξαναδεί αυτή την «ταινία» στο παρελθόν –στη Βοσνία- με πρωταγωνιστές πολλούς από τους ίδιους Σέρβους, και ήταν αναγκαίο αυτή τη φορά να δράση προτού μια ενδεχόμενη γενοκτονία γίνει ένα τετελεσμένο γεγονός.

Υποστηρίξαμε τις επεμβάσεις του ΝΑΤΟ στα Βαλκάνια εκείνη τη στιγμή (όταν ένας από εμάς βρισκόταν στην κυβέρνηση Clinton). Συνεχίζουμε να θεωρούμε ότι ήταν στρατηγικά, ηθικά και κυρίως νομικά, αιτιολογημένες. Δεν θα υποκρινόμαστε ωστόσο ότι το ότι αγνοήθηκε το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, στην περίπτωση του Κοσσυφοπεδίου, ήταν χωρίς κόστος, από την άποψη ότι  επλήγη η διεθνής τάξη και συναίνεση. Το κόστος και το συγκεκριμένο πλήγμα, ήταν ακόμη μεγαλύτερα τέσσερα χρόνια μετά, όταν οι ΗΠΑ και οι Σύμμαχοι εισέβαλλαν στο Ιράκ και καθαίρεσαν το Saddam Hussein.

Εάν, όπως φαίνεται πιθανό, οι δυτικές δυνάμεις εκτοξεύσουν πυραύλους ή αεροπορικές επιθέσεις για να τιμωρήσουν το καθεστώς του Bashar al-Assad για μαζική χρήση χημικών όπλων έναντι αμάχων, οι δυνάμεις θα πληρώσουν ξανά κάποιο τίμημα στο να ενισχυθεί η δυσπιστία και η ένταση με τη Μόσχα, καθιστώντας το Συμβούλιο Ασφαλείας ακόμη λιγότερο αποτελεσματικό και διαχειρίσιμο. Αλλά αυτό το τίμημα θα πρέπει να πληρωθεί. Είναι δίκαιο να καταλήξουμε ότι τα κόστη για τη διεθνή τάξη από το να επιτραπεί να περάσει η χρήση χημικών όπλων ατιμώρητη, θα ήταν μεγαλύτερα.

Οι πρακτικές επιπτώσεις της δυτικής στρατιωτικής δράσης -το εάν θα στρέψουν τον εμφύλιο πόλεμο της Συρίας σε μια πιο ικανοποιητική κατεύθυνση- είναι πιο δύσκολο να υπολογιστούν. Στη Βοσνία και στο Κοσσυφοπέδιο, η στρατηγική συνοχή ήταν δυνατή μόνο όταν οι δυτικές δυνάμεις, περισσότερο ή λιγότερο αποφασιστικά πήραν οριστικά θέσεις και χρησιμοποίησαν δυνάμεις από αέρος και άλλη στήριξη, για να ανατρέψουν την ισορροπία των εμφύλιων συγκρούσεων. Επομένως, όταν πήραν θέσεις, η Δύση δεν πήρε, από κάθε άποψη, τη θέση των αγγέλων, αλλά τουλάχιστον επέλεξε ένα μικρότερο κακό, και αυτή η επιλογή οδήγησε σε μια πολιτική διευθέτηση την οποία η Δύση θα μπορούσε να ανεχθεί.

Η κυβέρνηση Obama έχει διστάσει μέχρι στιγμής να επιλέξει μια παρόμοια πορεία στη Συρία, αν μη τι άλλο διότι είναι επιφυλακτική για το εάν θα βρει μεταξύ των ανταρτών έναν σύμμαχο που να είναι τόσο αποτελεσματικός, όσο και «εύγεστος». Η απερίσκεπτη βαρβαρότητα του καθεστώτος οπλίζει το χέρι του, αλλά οι Δυτικοί σύμμαχοι επιμένουν ότι επεξεργάζονται το ενδεχόμενο περιορισμένης μόνο δράσης, λόγω της χρήσης χημικών, παρά μια συνολική παρέμβαση στο πλευρό των ανταρτών. Οι υπό εξέταση πυραυλικές επιθέσεις δεν σημαίνουν τόσα πολλά από στρατηγικής απόψεως , όσο οι ισχυρές διεθνείς ενδείξεις στην υπηρεσία της μη διάδοσης των κανόνων. Αυτός ο σκοπός υποδηλώνει ότι θα πρέπει να σχετίζονται με το αδίκημα, και αναλογικά. Αυτό σημαίνει, για παράδειγμα, ότι μονάδες που έχουν χρησιμοποιήσει τα όπλα μπορούν να δεχθούν επίθεση προκειμένου να αποτραπεί η περαιτέρω χρήση των όπλων, και να αποτρέψει το καθεστώς να εγκρίνει ξανά τη χρήση τους.

Ωστόσο, η στρατιωτική δράση για τους σκοπούς μιας χειρονομίας μη διάδοσης, είναι προβληματική όταν η χειρονομία είναι δύσκολο να θεωρηθεί ότι συνδέεται με μια πολιτική επίλυση της διαμάχης. Εάν το καθεστώς Assad ξαφνικά αρχίσει και αντιληφθεί, θα απορροφήσει την επίθεση και θα σταματήσει να έχει τη συμπεριφορά που προκάλεσε την επίθεση. Αλλά μέχρι στιγμής δεν φαίνεται να αντιλαμβάνεται, και η συμπεριφορά του θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια δυτική επέμβαση, που με τη σειρά της να μετατραπεί σε πραγματικό τέλμα. Τα χημικά όπλα είναι πραγματικά τρομακτικά και η χρήση τους σωστά απαγορεύεται από τους διεθνείς κανονισμούς, αλλά δεν είναι απαραιτήτως πιο καταστροφικά από ό,τι τα υψηλής ισχύς συμβατικά εκρηκτικά. Εάν οι συριακές δυνάμεις διεξάγουν τώρα μια παρόμοια σφαγή με συμβατικά όπλα, θα μπορούσε να υπάρξει τεράστια πίεση στην κυβέρνηση και τις άλλες συμμαχικές κυβερνήσεις να μην αψηφίσουν εγκλήματα που θεωρήθηκαν απαράδεκτα λόγω της χρήσης άλλων εργαλείων.


Των Dana Allin και Steven Simon


ΑΠΟΔΟΣΗ:www.capital.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου