Σάββατο, 7 Φεβρουαρίου 2015

Η αλήθεια για τους φόρους: Πώς θα κλείσουν τα «παραθυράκια» για τις πολυεθνικές

Μασκοφόρος διαδηλωτής μπροστά από Starbucks στο Λονδίνο στις 8 Δεκεμβρίου 2012, διαμαρτύρεται γιατί η εταιρεία απέφυγε να πληρώσει φόρους στην Βρετανία επί πολλά χρόνια. REUTERS/Luke MacGregor

Τα τελευταία χρόνια, το κίνημα Occupy Wall Street δεν ήταν η μόνη ομάδα που ανησυχούσε για το πώς έχουν διανεμηθεί τα λάφυρα της οικονομικής ανάπτυξης. Οι κυβερνήσεις σε όλο τον κόσμο μοιράζονται όλο και περισσότερο αυτό το συναίσθημα: Όπως η πιεσμένη μεσαία τάξη, αισθάνονται ότι οι εταιρείες κρατούν πάρα πολλά από τα κέρδη για τον εαυτό τους. Και έτσι, σε μια σύνοδο κορυφής τον Ιούνιο του 2012, οι ηγέτες τού G-20 αποφάσισαν να κάνουν τις πολυεθνικές εταιρείες να πληρώσουν περισσότερους φόρους. Ζήτησαν από έναν άλλο διεθνή οργανισμό, τον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) ο οποίος εδρεύει στο Παρίσι, να ερευνήσει και να προτείνει τι μπορεί να γίνει. Υπό κανονικές συνθήκες, εδώ είναι όπου εμείς οι υπόλοιποι θα σταματήσουμε να δίνουμε προσοχή: Οι εκθέσεις και οι συστάσεις μπορεί να πάρουν χρόνια για να διαμορφωθούν και είναι συχνά βολικά υποκατάστατα της πραγματικής πολιτικής μεταρρύθμισης.

Αλλά αυτές δεν είναι κανονικές συνθήκες. Τουλάχιστον, όχι τόσο πολύ. Ο ΟΟΣΑ κινείται γρήγορα, και οι εταιρικοί φορολογούμενοι ήδη αγωνίζονται να κατανοήσουν και να προσαρμοστούν στις επικείμενες αλλαγές που θα μπορούσαν να φουσκώσουν τους φορολογικούς λογαριασμούς τους. Επτά μήνες μετά την σύνοδο κορυφής τού G-20 τον Ιούνιο του 2012, ο ΟΟΣΑ συνέταξε έκθεση που περιέγραφε το πρόβλημα, το οποίο αποκαλεί διάβρωση της (φορολογικής) βάσης και μεταφορά κερδών. Βασικά, αυτό σημαίνει ότι οι φορολογικές βάσεις των χωρών, ή τα συνολικά φορολογικά έσοδα, δεν αναπτύσσονται όπως θα έπρεπε, επειδή οι εταιρείες μεταφέρουν τα κέρδη τους αλλού. Στην επόμενη συνεδρίαση του G-20, τον Ιούνιο του 2013, ο ΟΟΣΑ παρουσίασε ένα σχέδιο 15 σημείων για την αντιμετώπιση του προβλήματος, το οποίο αμέσως εγκρίθηκε από το G-20. Το επόμενο βήμα, λοιπόν, θα έρθει όταν το G-20 συνεδριάσει αυτόν τον μήνα στην Καμπέρα, στην Αυστραλία. Εκεί, οι υπουργοί Οικονομικών θα αποφασίσουν σχετικά με την εφαρμογή των πρώτων τμημάτων τού σχεδίου.
Είναι δύσκολο να μεγαλοποιηθεί το πόσο γρήγορα - τουλάχιστον σε γραφειοκρατικούς όρους - συνέβησαν όλα αυτά. Για πολλούς στον επιχειρηματικό κόσμο, αυτό εξελήφθη ως μέτρο τού τεράστιου πολιτικού ενδιαφέροντος στην μεταρρύθμιση. Αλλά και άλλες βασικές εκλογικές ομάδες αναγνωρίζουν όλο και περισσότερο το πόσο ξεπερασμένο είναι το σύστημα - το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο αναφέρει ότι η ισχύουσα νομοθεσία είναι πιο ευεργετική για τις ανεπτυγμένες χώρες παρά για τις αναπτυσσόμενες. Και οι ίδιες οι εταιρείες είναι συχνά πρόθυμες να αναγνωρίσουν ότι οι καιροί έχουν αλλάξει. Οι διμερείς συνθήκες, οι αποδεκτοί κανόνες και οι λογιστικές αρχές που καθορίζουν το σύστημα τέθηκαν σε ισχύ πολύ πριν από την αύξηση των άμεσων ξένων επενδύσεων, την παγκοσμιοποίηση και τις τεχνολογίες όπως το Διαδίκτυο, οι οποίες υπερβαίνουν τα πολιτικά σύνορα. Αυτές τις μέρες, η φορολόγηση πολυεθνικών εταιρειών αντιστοιχεί κατ’ ουσίαν στο να προσπαθεί κάποιος να τις συμπιέσει πάλι σε ένα κρατικοκεντρικό σύστημα. Σε πολλές περιπτώσεις, το αποτέλεσμα είναι ότι οι επιχειρήσεις μπορούν να αποφύγουν εντελώς τις πληρωμές στα δημόσια ταμεία.
Ωστόσο, η ταχύτητα και η αποφασιστικότητα δεν αποτελούν εγγύηση αλλαγής, και η πολιτική βούληση μπορεί να εξαφανιστεί όταν έρθει η ώρα να περάσουμε από ευρείες έννοιες σε συγκεκριμένες δράσεις. Σε αυτή την περίπτωση, η θεμελιώδης μεταρρύθμιση θα απαιτήσει από τους πιο ισχυρούς άρχοντες του πλανήτη να ενεργήσουν ως ένας - και αυτό περιλαμβάνει τις χώρες που τώρα ανταγωνίζονται μεταξύ τους για να χρησιμοποιήσουν φορολογικά κίνητρα για την προσέλκυση ξένων επενδύσεων. Αυτοί οι άρχοντες θα πρέπει να εμπιστεύονται μια διαδικασία που δεν θα εγγυηθεί αναγκαστικά σε όλους τους πρόσθετα φορολογικά έσοδα στο τέλος. Οι αναπτυσσόμενες χώρες εκτός τού G-20 και του ΟΟΣΑ θα πρέπει επίσης να εξετάσουν την αποδοχή και εφαρμογή νέων κανόνων για τους οποίους είχαν ελάχιστη επιρροή όσο αναπτύσσοντο. Και αυτά είναι μόνο μερικά από τα εμπόδια στην αύξηση των πληρωμών εταιρικών φόρων.
Με άλλα λόγια, το μόνο πράγμα που μπορεί κανείς να προβλέψει αυτή την στιγμή είναι μια μακρά και δύσκολη διαδικασία.
ΜΗ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΕΝΑ
Δεν υπάρχουν διαθέσιμοι καλοί υπολογισμοί για το πόσο φόρο θα πρέπει πραγματικά να πληρώνουν οι πολυεθνικές εταιρείες - με βάση την δολαριακή αξία τού των φορολογικών κωδίκων των επιμέρους χωρών, πλην των απαλλαγών - αλλά δεν το κάνουν. Έτσι, η απογοήτευση με το ισχύον σύστημα και η αποφασιστικότητα να αλλάξει βασίζονται σχεδόν εξ ολοκλήρου σε ανεπίσημα στοιχεία. Για παράδειγμα, υπάρχουν πολλές ιστορίες για την Google «που κατέχει τις πατέντες της» στην Ιρλανδία και την Ολλανδία, αντί στις Ηνωμένες Πολιτείες λόγω φορολογικών πλεονεκτημάτων˙ Ή την Apple και άλλους που χρησιμοποιούν offshore λογαριασμούς για να αποφύγουν τους φόρους. Η εταιρική δημιουργικότητα είναι συνεχής και εξελισσόμενη: Ανατροπές όπως η μετάβαση της Burger King στον Καναδά είναι ξαφνικά μια δημοφιλής επιλογή.
Όπως έχουν τα πράγματα τώρα, η δύναμη της φορολόγησης είναι ένα βασικό προνόμιο των κυρίαρχων κυβερνήσεων, και οι κυβερνήσεις δεν ενδιαφέρονται να παραδώσουν τον πλήρη έλεγχό του. Αλλά υπάρχουν μερικές βασικές αρχές που οι περισσότερες από αυτές ακολουθούν, επειδή η προσέλκυση των ξένων επενδύσεων γενικά απαιτεί το παιχνίδι να παίζεται με ένα σύνολο κανόνων που οι επενδυτές έχουν συνηθίσει. Ο θεμελιώδης κανόνας σε αυτό το σύστημα είναι ότι είναι άδικο να αναγκάζονται οι άνθρωποι ή οι εταιρείες να πληρώσουν φόρο για το ίδιο εισόδημα σε περισσότερες από μια χώρες ή περισσότερες από μια φορές. Έτσι, από το 1920, οι χώρες έχουν υπογράψει διμερείς συμφωνίες για την αποφυγή τής «διπλής φορολογίας», όπως είναι γνωστή. Από τότε, πάνω από 3.000 τέτοιες συνθήκες έχουν συναφθεί μεταξύ των χωρών. Οι περισσότερες από αυτές βασίζονται σε ένα πρότυπο που θεσπίστηκε από τον ΟΟΣΑ μετά την ίδρυσή του το 1961 και ενημερώνεται σε τακτά χρονικά διαστήματα έκτοτε.
Η αποφυγή διπλής φορολογίας απαιτεί τον καθορισμό τού ποιά τμήματα των κερδών μιας επιχείρησης θα πρέπει να φορολογούνται και πού. Το βασικό σημείο εδώ είναι ότι τα κέρδη φορολογούνται στην χώρα όπου δημιουργούνται. Και έχουν συσταθεί αρκετές βασικές λογιστικές αρχές για να παρακολουθείται αυτό. Μια σημαντική εξ αυτών είναι ότι οι διάφορες θυγατρικές, τμήματα, και προσδεδεμένες μιας πολυεθνικής εταιρείας πρέπει να θεωρηθούν ως χωριστές οντότητες, για λογιστικούς σκοπούς, ακόμη και αν έχουν τον ίδιο εταιρικό γονέα. Όταν κάνουν συμφωνίες μεταξύ τους, υποτίθεται ότι τις κάνουν ως ξεχωριστές οντότητες και οι δύο προσπαθούν να πραγματοποιήσουν κέρδος. Αυτό ονομάζεται η αρχή τού πλήρους ανταγωνισμού, και επιτρέπει και στις δύο να προσποιούνται ότι προσπαθούν να επιτύχουν το καλύτερο δυνατό σε κάθε συναλλαγή. Στην πραγματικότητα, η μητρική εταιρεία δεν νοιάζεται κατ’ ανάγκην αν μια από τις οντότητες ζημιώνεται προκειμένου η άλλη οντότητα να δημιουργήσει κέρδος, ιδίως εάν ο νικητής πληρώνει φόρους με χαμηλότερο συντελεστή από όσο ο ηττημένος.
Ο συγκεκριμένος τρόπος με τον οποίο τα κέρδη από την κάθε μια από αυτές τις οντότητες κατανέμονται σε χώρες με σκοπό την διαχείριση των φόρων ονομάζεται «μεταβιβαστική τιμολόγηση» (transfer pricing). Αυτό είναι συχνά απλό. Κανείς δεν θα ισχυριζόταν ότι ένα ορυχείο στο Περού βρίσκεται οπουδήποτε αλλού εκτός από το Περού, αλλά ορισμένες περιπτώσεις είναι λιγότερο σαφείς. Για παράδειγμα, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσαν να διεκδικήσουν νόμιμα μέρος από τα κέρδη των ροφημάτων καφέ Starbucks που πωλούνται στο Ηνωμένο Βασίλειο, επειδή η παγκόσμια σφραγίδα τής μάρκας χτίστηκε στην χώρα και βοηθά στην ενίσχυση των πωλήσεων στο εξωτερικό.
Εκτός, δηλαδή, αν η Starbucks αποφασίζει να μεταβιβάσει την κυριότητα του εν λόγω εμπορικού σήματος σε κάποια θυγατρική της σε τρίτη χώρα, όπως όντως έχει κάνει. Οι βρετανικές καφετέριες πληρώνουν μια οντότητα στην Ολλανδία για το δικαίωμα να χρησιμοποιούν το λογότυπο Starbucks και σχετικά επώνυμα προϊόντα. Για κάθε εταιρεία, τα άυλα περιουσιακά στοιχεία και η πνευματική ιδιοκτησία κάνουν την πρόκληση της φορολογίας πολύ μεγαλύτερη: Σκεφθείτε την Google, ένα συχνά αναφερόμενο παράδειγμα μιας εταιρείας για την οποία η κατανομή των κερδών, ανάλογα με τα πολιτικά σύνορα, είναι εξαιρετικά δύσκολη, και οι μεταβιβαστικές τιμολογήσεις είναι εκπληκτικά περίπλοκες. Ίσως αυτός είναι ο λόγος που το βιβλίο κανόνων τού ΟΟΣΑ, μια συλλογή αποδεκτών κανόνων, είναι 370 σελίδες στην τρέχουσα έκδοση του.
Αυτοί οι βασικοί κανόνες - όχι διπλή φορολόγηση, οι συμμετοχές τής μητρικής εταιρίας λογίζονται ως ξεχωριστές οντότητες, οι μεταβιβαστικές τιμολογήσεις - εξακολουθούν να αφήνουν ανοικτό το ζήτημα της πραγματικής κλίμακας με την οποία θα πρέπει να φορολογούνται τα κέρδη. Αυτή είναι μια δύναμη που οι άρχοντες επιθυμούν να κρατήσουν για τον εαυτό τους, αλλά τελικά, ο παγκόσμιος ανταγωνισμός για τις επενδύσεις ευνοεί τις χώρες με χαμηλούς φορολογικούς συντελεστές, απαλλαγές και άλλα «παράθυρα». Αυτό που ξεκίνησε ως ένα σύστημα για την αποφυγή τής διπλής φορολογίας κατέληξε να δημιουργήσει το αντίθετο: Διπλή μη φορολόγηση, κέρδη που δεν έχουν φορολογηθεί πουθενά. Πράγματι, η διπλή μη φορολόγηση πιθανώς προκαλεί απώλεια φόρων ύψους δισεκατομμυρίων ετησίως.
ΑΝΑΛΑΜΒΑΝΟΝΤΑΣ ΔΡΑΣΗ
Η αντίδραση του ΟΟΣΑ ονομάζεται Σχέδιο Δράσης για την Διάβρωση της Βάσης και την Μεταφορά Κερδών. Περιέχει τις γενικές γραμμές 15 επιμέρους δράσεων, ενώ αργότερα θα υπάρξουν περισσότερες λεπτομέρειες. Βασικά, αυτές αποτελούν μια ευρεία προσπάθεια να κλείσουν τα φορολογικά «παραθυράκια» και να κάνουν πιο αυστηρούς τους κανόνες, καθώς επίσης και ένα σχέδιο για να μελετηθεί το θέμα ακόμη περισσότερο, ιδιαίτερα οι προκλήσεις που παρουσιάζονται από την τεχνολογία και τα άυλα στοιχεία. Εάν εγκριθεί, μια από τις μεγαλύτερες μεταρρυθμίσεις θα είναι η απαίτηση οι επιχειρήσεις να παρέχουν περισσότερες πληροφορίες στους εφοριακούς. Με το ισχύον σύστημα, ανακοινώνουν μόνο τις πωλήσεις, τα περιουσιακά στοιχεία, τους εργαζόμενους, και άλλες λεπτομέρειες σχετικές με την συγκεκριμένη χώρα. Αλλά στο νέο σύστημα, οι εταιρείες θα αναγκαστούν να υποβάλουν μια πλήρη εικόνα των παγκόσμιων κερδών τους σε όλες τις εφορίες. Αυτό θα δώσει στις κυβερνήσεις ένα χρήσιμο εργαλείο για τον προσδιορισμό αν πρέπει να δεχθούν ή να αμφισβητήσουν το εισόδημα του φορολογούμενου. Μια άλλη μεταρρύθμιση περιλαμβάνει την εξάλειψη ορισμένων μορφών μεταβιβαστικών τιμολογήσεων, καθώς και την εναρμόνιση των φορολογικών κανόνων σε όλες τις χώρες για την εξάλειψη των «παραθύρων».
Συνολικά, ειδικές συνιστώμενες αλλαγές πολιτικής για επτά από τις 15 δράσεις παρουσιάστηκαν για έγκριση στο G-20 των υπουργών Οικονομικών τον Σεπτέμβριο και στην συνέχεια θα εφαρμοστούν, και τα υπόλοιπα θα έρθουν αργότερα, μέχρι το τέλος τού 2015. Τα μέλη τού ΟΟΣΑ που δεν είναι μέλη και του G-20, αναμενόταν να δώσουν την έγκρισή τους πριν από την εν λόγω συνεδρίαση. Αφότου οι μεταρρυθμίσεις θα έχουν πλήρη συναίνεση, το επόμενο βήμα θα είναι τα κράτη να αλλάξουν τους δικούς τους νόμους και κανονισμούς για να αντανακλούν όσα συμφωνήθηκαν στο G-20. Σε ορισμένες χώρες, αυτό αναμένεται να είναι μια απλή διαδικασία. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, όμως, θα απαιτηθεί μια ψηφοφορία στο Κογκρέσο (σίγουρα ένα ερέθισμα για μερικού αναγνώστες να χαμογελάσουν ειρωνικά).
Η επιτυχία τού σχεδίου είναι κάτι ιδιαίτερα δύσκολο να προβλεφθεί, δεδομένου ότι οι περισσότερες λεπτομέρειές του δεν είναι ακόμα διαθέσιμες. Σε κάθε περίπτωση, το σχέδιο φαίνεται συνολικά αντιπαθές. Οι εταιρείες, φυσικά, ανησυχούν για τον αντίκτυπο στα περιθώριά τους. Λογιστικές εταιρείες έχουν εντοπίσει πολλά προβληματικά σημεία και αβεβαιότητες, και οι περισσότερες υποστηρικτικές ομάδες θα προτιμούσαν την αναμόρφωση του συστήματος παρά την εξέλιξή του. Σύμφωνα με μια έρευνα από 830 φορολογικά και οικονομικά στελέχη σε 25 χώρες που έγινε από την EY, το νέο όνομα της λογιστικής εταιρείας Big Four που κάποτε ονομαζόταν Ernst & Young, μόλις 4% των ερωτηθέντων αναμένει όλα θα λειτουργήσουν και τα 15 σημεία δράσης. Αλλά το 61% περιμένει ότι τουλάχιστον κάποια από αυτά θα έχουν επίδραση.
Σίγουρα, υπάρχει μια απλούστερη εναλλακτική λύση για τον καθορισμό τού τρόπου με τον οποίο οι χώρες πρέπει να μοιραστούν τα κέρδη των πολυεθνικών. Λέγεται είτε ενιαία φορολογία (unitary taxation) είτε τυπική κατανομή (formulary apportionment), και το πρόβλημα με αυτό είναι ότι θα απαιτεί από τα κράτη να εγκαταλείψουν τον πλήρη έλεγχο επί της φορολογίας. Αυτό θα πρέπει να γίνεται από ένα κεντρικό όργανο, το οποίο θα εφαρμόζει μια προκαθορισμένη φόρμουλα για να καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο το εισόδημα από τα εταιρικά κέρδη θα μοιράζεται μεταξύ των χωρών. Τον Φεβρουάριο του 2013, 60 υποστηρικτές ομάδες συνυπέγραψαν επιστολή προς τον ΟΟΣΑ, υποστηρίζοντας την ανάγκη για ενιαία φορολογία αλλά, επειδή θα απαιτεί από τα κράτη να παραχωρήσουν μια σημαντική πτυχή της κυριαρχίας τους, δεν θεωρείται ρεαλιστική εναλλακτική λύση.
Τελικά, το να βρεθεί ένας τρόπος για να αποσπαστούν περισσότεροι φόροι από τις επιχειρήσεις σημαίνει μια επιλογή μεταξύ ατελών εναλλακτικών λύσεων. Και, ανεξάρτητα από το ποιες λύσεις τελικά θα επιλεγούν, πιθανότατα θα απαιτείται περισσότερη διαφάνεια ώστε οι επιχειρήσεις να πληρώνουν περισσότερα. Οι εφοριακοί, οπλισμένοι με μια πλήρη εικόνα των παγκόσμιων δραστηριοτήτων μιας εταιρείας χάρη στο σχέδιο τού ΟΟΣΑ, ίσως και πάλι να χρειάζονται πρόσθετα στοιχεία, όπως συγκεκριμένες εταιρικές λεπτομέρειες σχετικά με διασυνοριακές συναλλαγές. Τα προϊόντα που φθάνουν στα λιμάνια τής χώρας εισόδου συνήθως κατανέμονται με βάση τον τύπο τους. Εάν τα στοιχεία αυτά κατανεμηθούν ανά χώρα, ένας εφοριακός σε ένα μέρος μπορεί να συγκρίνει το κόστος μιας εταιρείας για αγαθά και υπηρεσίες σε παγκόσμια βάση, και να συγκρίνει αυτά που ισχυρίζεται για κόστη σε μια συγκεκριμένη χώρα με εκείνα που ισχυρίζεται για τα ίδια είδη σε άλλα μέρη.
ΠΟΛΥ ΛΙΓΑ, ΠΟΛΥ ΑΡΓΑ;
Μέχρι να διευθετηθούν οι λεπτομέρειες του σχεδίου τού ΟΟΣΑ, υπάρχει η ανησυχία ότι επιμέρους κράτη, στον ενθουσιασμό τους να πάρουν περισσότερα φορολογικά έσοδα από το εμπόριο, θα προχωρήσουν με δικές τους μεταρρυθμίσεις. Για παράδειγμα, η Βραζιλία και η Κίνα ακολουθούν τους δικούς τους κανόνες για τις μεταβιβαστικές τιμολογήσεις. Και η Μογγολία έχει ακυρώσει μια σειρά από συμφωνίες αποφυγής διπλής φορολογίας, μεταξύ άλλων και με την Ολλανδία, ελπίζοντας να πάρει περισσότερο φόρο εισοδήματος από ένα σημαντικό ορυχείο που ανήκει στην Rio Tinto, η οποία χρησιμοποιεί μια ολλανδική θυγατρική ως φορολογικό καταφύγιο. Αυτή είναι μια στρατηγική που μπορεί κερδίσει την έγκριση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, το οποίο τον Μάιο δημοσίευσε μια μελέτη με το επιχείρημα ότι, ιδίως για τις αναπτυσσόμενες χώρες, τα αρνητικά τής διπλής φορολογίας υπερτερούν των θετικών.
Επειδή οι μεγάλοι κρατικοί και μη κρατικοί φορείς αρχίζουν να εγκαταλείπουν το σύστημα έτσι όπως είναι σήμερα, η αλλαγή έρχεται με πρόσθετες προκλήσεις που θα καταστήσουν πιο δύσκολο να οικοδομηθεί ένα ενιαίο σύστημα το οποίο να μειώνει την ισχύ των εταιρειών να εκμεταλλεύονται διαφοροποιήσεις, εκτός αν αυτές οι χώρες είναι πρόθυμες να αναιρέσουν κάποιες από αυτές τις πρόσφατες αλλαγές. Και, σε τελική ανάλυση, οι χώρες εξακολουθούν να είναι ελεύθερες να προσφέρουν χαμηλότερες κλίμακες για να προσελκύσουν επενδυτές, ακόμη και αν αυτό καταλήγει να πλήττει τον γενικό στόχο τής οικονομικής ανάπτυξης.
Δεν είναι επίσης σαφές αν οι χώρες που συμμετέχουν έχουν καν παρόμοιους στόχους. Παρά το γεγονός ότι όλες θα ήθελαν οι εταιρείες να πληρώνουν περισσότερους φόρους, το ερώτημα για το πού συγκεκριμένα θα πρέπει να τους καταβάλουν δημιουργεί διαφορετικές απαντήσεις. Και αυτό μας φέρνει πίσω στο παράδειγμα της Starbucks. Μια έρευνα το 2012 έδειξε ότι η Starbucks δεν είχε πληρώσει κανέναν φόρο στο Ηνωμένο Βασίλειο στα 14 από τα τελευταία 15 χρόνια. Η είδηση προκάλεσε διαμαρτυρίες, και η εταιρεία, ως αποτέλεσμα, συμφώνησε να καταβάλει στο Ηνωμένο Βασίλειο 32 εκατομμύρια δολάρια. Το επεισόδιο υπογραμμίζει πως η φορολογία σε παγκόσμιο επίπεδο είναι περισσότερο τέχνη παρά υπολογισμός - το αποτέλεσμα δεν καθορίζεται από τους αριθμούς, αλλά από ανθρώπους όπως οι δικηγόροι, οι εφοριακοί ή οι διαδηλωτές. Το σχέδιο μεταρρύθμισης του ΟΟΣΑ έχει ως στόχο να γυρίσουμε πίσω στους αριθμούς. Θα ήταν πιο αποτελεσματικό αν το υιοθετούσαν όλες ή οι περισσότερες χώρες τής ΕΕ, σε αντίθεση με μόνο το G-20 ή τα μέλη τού ΟΟΣΑ. Για τον σκοπό αυτό, ο ΟΟΣΑ έχει ευρέως επαινεθεί για την ένταξη των αναπτυσσόμενων χωρών στην διαδικασία διαβούλευσης, αλλά είναι εύκολο να δει κανείς το σχέδιο να συσσωρεύει εχθρούς στις αναπτυσσόμενες χώρες με την πάροδο του χρόνου. Καθώς η πολιτική ηγεσία θα εναλλάσσεται με εκλογικούς κύκλους στα προσεχή έτη, λαϊκιστές πολιτικοί έξω από την Δύση (και ίσως και μέσα σε αυτήν) μπορεί να το βρουν εύκολο να κερδίσουν πόντους στους ψηφοφόρους επικρίνοντας την απόφαση των προκατόχων τους να υπογράψουν ένα παγκόσμιο φορολογικό σχέδιο που είχε εκπονηθεί και εφαρμοστεί από μια ομάδα σε μεγάλο βαθμό πλούσιων και δυτικών χωρών.
Και ακόμα και η υποτιθέμενη αξιοσημείωτη πολιτική βούληση πίσω από το σχέδιο θα μπορούσε να έχει υπερεκτιμηθεί - ορισμένες χώρες-μέλη τού ΟΟΣΑ, για παράδειγμα η Ελβετία και το Λουξεμβούργο, πραγματικά αποτελούν μέρος τού προβλήματος, αν και αμφότερες έχουν συμφωνήσει σε κάποιο βαθμό μεταρρυθμίσεων. Υπάρχουν επίσης χώρες τού ΟΟΣΑ που δεν έχουν ποτέ εκληφθεί ως φορολογικοί παράδεισοι, αλλά που εξακολουθούν να έχουν κάποια φορολογική νομοθεσία που βλάπτει τον στόχο, συμπεριλαμβανομένων της Αυστραλίας, της Ιρλανδίας, της Ολλανδίας, του Ηνωμένου Βασιλείου, και ορισμένων πολιτειών των ΗΠΑ, όπως το Delaware. Οι πολιτικοί μπορούν να ισχυρίζονται το αντίθετο, αλλά οι χώρες που υποστηρίζουν την διαδικασία μεταρρύθμισης και επίσης διατηρούν τις φορολογικές νομοθεσίες και τις πολιτικές που την υπονομεύουν είναι σε θέση να επωφεληθούν και από τις δύο πλευρές. Το Ηνωμένο Βασίλειο είναι ένα καλό παράδειγμα. Τον Απρίλιο του 2013, τέθηκε σε ισχύ μια νέα προσέγγιση χαμηλής φορολογίας στις ευρεσιτεχνίες, δημιουργώντας παράπονα από άλλους, αλλά επίσης η κυβέρνησή του υποστηρίζει σταθερά τις προσπάθειες του ΟΟΣΑ με δημόσια σχόλια.
Τέλος, ακόμη και αν το σχέδιο του ΟΟΣΑ λειτουργήσει, ή εάν άλλες μελλοντικές προσπάθειες αποδώσουν καρπούς, δεν υπάρχει καμία εγγύηση για μακροπρόθεσμη επιτυχία. Η ρύθμιση του εμπορίου συχνά θεωρείται ένας κύκλος όπου η κυβέρνηση θέτει κανόνες, οι εταιρείες βρίσκουν τρόπους να τους παρακάμψουν, και τότε η κυβέρνηση κλείνει τα «παράθυρα»: Ένα παιχνίδι τής γάτας με το ποντίκι. Ομοίως, ακόμη και μετά από αυτήν την μεταρρύθμιση, οι εταιρείες θα μπορούσαν να εξακολουθούν να πηγαίνουν όπου υπάρχουν καλύτεροι φορολογικοί συντελεστές.
Έτσι, το σχέδιο μεταρρύθμισης φαίνεται καλύτερα ως μια μάχη σε έναν μεγαλύτερο πόλεμο. Ένα καλό ερώτημα, λοιπόν, είναι τι θα συμβεί εάν δεν λειτουργήσει; Θα συνεχίσουν οι χώρες και οι διεθνείς οργανισμοί να προσπαθούν; Αν όχι, και εάν περισσότερες χώρες πάρουν τον δικό τους δρόμο, αυτό θα μπορούσε να σημαίνει παρατεταμένες νομικές μάχες και μια απότομη πτώση των ξένων επενδύσεων. Εκείνοι που έχουν ήδη δαπανήσει χρήματα δεν είναι πιθανό απλώς να φύγουν από τις επενδύσεις τους, αλλά σίγουρα θα μπορούσαν να είναι απρόθυμοι να κάνουν νέες. Κάποιες χώρες θα μπορούσαν να δουν μια βραχυπρόθεσμη αύξηση των φορολογικών εσόδων τους, αλλά με την πάροδο του χρόνου, τόσο τα εταιρικά κέρδη όσο και τα φορολογικά έσοδα της κυβέρνησης θα μπορούσαν να συρρικνωθούν αν ο ρυθμός των νέων επενδύσεων μειωθεί, ίσως ακόμη και επιβραδύνοντας την συνολική οικονομική ανάπτυξη.
Αυτό ακούγεται σαν ένα ακραίο αποτέλεσμα - και μάλιστα με πολύ αργό ρυθμό, ένα ετοιμόρροπο οικοδόμημα μπορεί να πάρει δεκαετίες ή αιώνες για να καταρρεύσει. Και αν η ανάπτυξη πραγματικά επιβραδυνθεί, τότε τα κράτη και οι πολυεθνικές επιχειρήσεις μπορεί ξαφνικά να ανακαλύψουν ότι τα συμφέροντά τους ευθυγραμμίζονται αντί να βρίσκονται σε σύγκρουση. Οι εταιρίες έχουν χρέος προς τους μετόχους τους να επιτυγχάνουν κέρδη, και τα λίγα κέρδη είναι καλύτερα από το τίποτα. Το ίδιο ισχύει και για τα φορολογικά έσοδα. Η επίτευξη ενός συμβιβασμού θα είναι πιο εύκολη αν και οι δύο πλευρές υποφέρουν.
ΠΗΓΗ: http://www.foreignaffairs.gr/articles/70173/matt-mossman/i-alitheia-gia-toys-foroys?page=show
Copyright © 2002-2012 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου