Τρίτη, 27 Αυγούστου 2013

Μια λιγότερο "γερμανική Ευρώπη"

Η πρόσφατη ανακοίνωση του Wolfang Schaeuble ότι «θα πρέπει να υπάρξει ένα ακόμη πρόγραμμα για την Ελλάδα», φύσηξε λίγο καθαρό αέρα στην «τεμπέλικη» προεκλογική εκστρατεία στη Γερμανία, στην οποία η Ευρώπη δεν έχει διαδραματίσει ακόμη κάποιον σημαντικό ρόλο. Αν και δεν αναμένεται κάποια μεγάλη διαφωνία για την Ευρώπη τις τελευταίες πέντε εβδομάδες πριν από τις εκλογές της 22ας Σεπτεμβρίου, η δήλωση του Schaeuble έδωσε νέα ώθηση στη διαμάχη γύρω την ευρωπαϊκή πολιτική της επόμενης κυβέρνησης. Μετά από την σιωπηρή παραχώρηση ότι η πολιτική λιτότητας δεν έχει αποδειχθεί επιτυχημένη, άλλο ένα γερμανικό δόγμα –όχι άλλες διασώσεις!- φαίνεται να καταρρέει. Μήπως παρατηρούμε την πτώση της «γερμανικής Ευρώπης», που χτίστηκε με τόσο κόπο από το Βερολίνο στη διάρκεια των ετών της κρίσης;
Στην πραγματικότητα, η ιδέα μιας γερμανικής Ευρώπης δεν είναι τόσο πολύ μια περιγραφή μιας νέας πραγματικότητας της ΕΕ όσο είναι μια έκφραση ανησυχίας για το καθεστώς της συζήτησης και το ευρωπαϊκό πνεύμα στη Γερμανία. Είναι αλήθεια ότι τα τελευταία χρόνια η σχετική ισχύς της Γερμανίας έχει αυξηθεί αλλά αυτή η «ηγεμονική στιγμή» δεν έχει οδηγήσει σε μια αναδιαμόρφωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης σύμφωνα με το γερμανικό στυλ. Η Γερμανία έχει υποχρεωθεί, δυστυχώς, και με αυξανόμενη δυσπιστία από το γερμανικό κοινό, να εγκαταλείψει θεμελιώδη τμήματα του οράματός της για την ΕΕ. Το Βερολίνο συμφώνησε να δημιουργήσει ένα μόνιμο ταμείο διάσωσης (ESM). Δέχθηκε ακόμη, η ΕΚΤ να προχωρήσει πέραν της προηγουμένως αποδεκτής εξουσίας της. Και ακόμη, εγκατέλειψε την αντίθεσή της στην απευθείας ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών από τον ESM (υπό αυστηρούς όρους ωστόσο). Το γεγονός ότι η Γερμανία έπρεπε να εγκαταλείψει πολλές από τις θεμελιώδεις αρχές στην ευρωπαϊκή και οικονομική πολιτική, υποδηλώνει μια κρίση στη γερμανική αντίληψη για την Ευρώπη παρά στην ξαφνική άνθισή της. Παραδόξως, όπως η Γερμανία πέτυχε πρωτοφανή οικονομικά και πολιτικά πλεονεκτήματα πάνω στα άλλα μέλη της ΕΕ, υπέστη ήττα στην Ordnungspolitiki.

Μια θεμελιώδης αλλαγή στις γερμανικές πολιτικές μετά από τις εκλογές, είναι επομένως πολύ απίθανη. Σε βασικά ζητήματα, όπως μια αλλαγή πορείας, έχει ήδη σιωπηρή λάβει λάβει χώρα. Αλλά η πίεση στη Γερμανία και η αυξανόμενη συνειδητοποίηση από την πλευρά του Βερολίνου των σοβαρών επιδράσεων που έχουν στο εσωτερικό τα προβλήματα της ΕΕ, θα οδηγήσει σε περαιτέρω παραχωρήσεις, τις οποίες μόνο ο Schaeuble τολμά να λέει με το όνομά τους.

Το ζήτημα ενός νέου προγράμματος διάσωσης για την Ελλάδα, είναι μόλις μια πτυχή αυτής της πιθανής εξέλιξης. Αν και οι λεπτομέρειες της αναδιάρθρωσης του ελληνικού χρέους παραμένουν ταμπού στην προεκλογική περίοδο, το ζήτημα δεν μπορεί ν αποκλειστεί πλέον στους επόμενους μήνες. Επιπλέον, η ανακοίνωση από τον πρόεδρο της Κομισιόν ότι θα δημιουργηθεί ομάδα εμπειρογνωμόνων και θα έχει έργο τη μελέτη της επιλογής για ένα ταμείο εξαγοράς χρέους (το οποίο θα περιλαμβάνει όλα τα χρέη των χωρών της ευρωζώνης που υπερβαίνουν το όριο της Συνθήκης ρου Μάαστριχτ, στο 60% του ΑΕΠ), τοποθετεί αυτή την ιδέα –στην οποία αντιτίθεται σθεναρά μέχρι στιγμής το Βερολίνο- ξανά στην ημερήσια διάταξη. Η εφαρμογή αυτού θα αποτελέσει ξεκάθαρα ένα μακρύ και ανώμαλο έργο. Αλλά περιέργως, η ιδέα προέρχεται από το γερμανικό ανώτερο οικονομικό συμβούλιο και υποστηρίζεται από την αντιπολίτευση, SPD. Εάν δημιουργηθεί ένας μεγάλος συνασπισμός των CDU/CSU και του SPD, το ζήτημα της μείωσης του χρέους και της δημιουργίας ενός ταμείο για αυτό το σκοπό, θα κάνει ξανά την εμφάνισή του.

Ένα τεστ της γερμανικής προσέγγισης στην κρίση είναι η τελική τύχη της τραπεζικής ένωσης. Υπάρχει ζωτική ανάγκη για ένα σύστημα που θα καταστήσει δυνατή τη διάσωση των τραπεζών (ή να τις ρευστοποιήσει) χωρίς να επιβαρύνει τα κράτη (ή τους φορολογούμενους). Αυτή η διαφωνία, η οποία θα αντιμετωπιστεί το φθινόπωρο, αφορά ένα κεντρικό στοιχείο της μελλοντικής τραπεζικής ένωσης: ποιος θα λάβει τις αποφάσεις για αυτά τα ζητήματα, και πώς; Πού είναι τα κεφάλαια που χρειάζονται για να εκτελεστούν τέτοιες πράξεις, και ποιος θα τα διαχειριστεί; Η πρόσφατη πρόταση της Κομισιόν να δημιουργήσει ένα ειδικό ινστιτούτο και ταμείο (55 δις. ευρώ), συνάντησε κριτική από τη γερμανική κυβέρνηση, η οποία αντιτίθεται στη μεταβίβαση περαιτέρω αρμοδιοτήτων στις Βρυξέλλες. Ωστόσο, η μεταβίβαση αυτών των εξουσιών στην εε υποστηρίζεται από τη γερμανική αντιπολίτευση: το SPD και οι Πράσινοι. Εάν ένα από τα δύο αυτά κόμματα μπει στην κυβέρνηση μετά από τις εκλογές, θα μπορούσε να εξελιχθεί η γερμανική πολιτική σε αυτό το ζήτημα.

Αλλά ο τρόπος με τον οποίο η Γερμανία θα μπορούσε να συμβάλει στην ευρωπαϊκή οικονομική ανάκαμψη, είναι ένα διαφορετικό ζήτημα: με αυξημένη γερμανική εγχώρια κατανάλωση, τονώνεται η οικονομική ανάπτυξη. Το να πειστούν οι Γερμανοί να αυξήσουν τους μισθούς σημαντικά, ή να περιορίσουν τις αποταμιεύσεις, θα είναι μια κοπιαστική εργασία και οι επιδράσεις της στην υπόλοιπη Ευρώπη αβέβαιες. Αλλά ένα φιλοαναπτυξιακό πρόγραμμα από την πλευρά της Γερμανία, θα μπορούσε να λάβει άλλη μορφή- μια αύξηση στις δημόσιες επενδύσεις, οι οποίες έχουν δραματικά παραμεληθεί στη χώρα τις τελευταίες δεκαετίες. Όπως υπολόγισε πρόσφατα το Γερμανικό Ινστιτούτο Οικονομικών Ερευνών (DIW), από το 1991 η αξία των δημόσιων επενδύσεων (δρόμοι, γέφυρες, σιδηρόδρομοι, σχολεία, παιδικοί σταθμοί κτλ) στη Γερμανία, έχει μειωθεί κατά 10% σε σχέση με το ΑΕΠ. Καμία άλλη υψηλά αναπτυγμένη χώρα δεν έχει επενδύσει τόσα λίγα στην αντίστοιχη χρονική περίοδο. είναι ακριβώς η απουσία τέτοιων επενδύσεων που είναι η μεγαλύτερη αδυναμία της Γερμανία, και αυτό απειλεί τη μεσο-μακροπρόθεσμη οικονομική της εξέλιξη. Ένα ευρύ επενδυτικό πρόγραμμα θα μπορούσε να έχει μια θετική επίδραση στην μακροπρόθεσμη κατάσταση τόσο στη Γερμανία όσο και σε ολόκληρη την Ευρώπη. Το SPD και οι Πράσινοι τίθενται υπέρ των αυξήσεων στους φόρους εισοδήματος –τα επιπλέον έσοδα μπορεί να χρησιμοποιηθούν για ένα πρόγραμμα πολλών δισ. ευρώ, σε επιδιορθώσεις υποδομών και επενδύσεις στην έρευνα και την επιστήμη.

Το να αναμένουμε μια θαυματουργή γερμανική συνταγή για να ξεπεραστεί η κρίση, θα ήταν αφελές. Τα προβλήματα της Ευρώπης είναι τόσο βαθιά ακόμη και για μια γερμανική «ημί-ηγεμονία», για να επιλυθούν. Καμία ξαφνική αλλαγή στις γερμανικές τακτικές δεν μπορεί να εγγυηθεί άμεσες βελτιώσεις στην κατάσταση της Ευρώπης. Το να αποτραπεί ένα ζοφερό σενάριο θα απαιτήσει δύσκολες αποφάσεις από την μελλοντική ομοσπονδιακή κυβέρνηση. Οι συνέπειες των πράξεων (ή των παραλείψεων) της, ασφαλώς θα είναι πιο σπουδαίες από ό,τι θα υποδήλωνε η φαινομενικά τεχνική των φύση. Αν και δεν μπορούμε να περιμένουμε επανάσταση, η περαιτέρω διάβρωση της «γερμανικής Ευρώπης» φαίνεται να είναι στον ορίζοντα.

Του Piotr Buras

Μπορείτε να δείτε το κείμενο εδώ:http://ecfr.eu/blog/entry/a_less_german_europe

ΑΠΟΔΟΣΗ:www.capital.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου